ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΙΜΟΣ BLOG ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΕΤΟΣ 2022, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ



Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του.Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία ...Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».Δεν είναι κακό να μην αισθάνεται κανείς Έλληνας, όπως και να πιστεύει άκριτα, όπου αυτός θέλει, τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι άλλωστε το κάνουν αυτό, κακό είναι να διαστρεβλώνει την αλήθεια με ανύπαρκτες γνώσεις και ψεύδη! ”Το πολιτικό σύστημα θριαμβεύει επειδή είναι μια ενωμένη μειοψηφία που ενεργεί εναντίον μιας διαιρεμένης πλειοψηφίας.”

Τα κόμματα αντανακλούν κοινωνικές πραγματικότητες και ιδεολογικές αφετηρίες. Και μονάχα όταν η ίδια η κοινωνία τα απορρίψει, περνούν στην Ιστορία.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Το μπουζούκι και η ιστορία του















Η σύγκλιση των στοιχείων που έχουμε μέχρι τώρα, δείχνουν πως το μπουζούκι προέρχεται απ’ την οικογένεια του λαούτου και εισήχθη απ’ την Ασσυρία μαζί με το όνομά του, άρα όχι πριν το 700-800 π.Χ. 




Τα ταμπουροειδή έκτοτε έπαιρναν τοπικά χαρακτηριστικά, απ’ όπου περνούσαν και ξαναδιαχεόντουσαν σε όλο το χώρο της Μέσης Ανατολής, μέχρι την Ινδία. 



Η άποψη ότι ταμπουράς είναι το όργανο που έχει μπερντέδες (ασυγκέραστους), σε αντίθεση με τον τζουρά που έχει μεταλλικά τάστα (συγκερασμένα), είναι αυθαίρετο συμπέρασμα αμαθών σύγχρονων μουσικών. Πώς δηλαδή θα ονόμαζαν τα μικτά όργανα, όπου το μισό μπράτσο ήταν συγκερασμένο και το άλλο μισό ασυγκέραστο που είδε ο Ducoudray στον ελληνικό χώρο γύρω στα 1890; 



Οι ταμπουράδες παίρνουν το όνομά τους, στη προκειμένη περίπτωση, απ’ το σχήμα τους και τον αριθμό των χορδών τους, γι’ αυτό και το μπουζούκι, ο τζουράς και ο δικός μας μπαγλαμάς και οι σημερινοί ταμπουράδες ανήκουν στην οικογένεια του ταμπουρά.

Όσο για την ονομασία μπουζούκι, που στα τουρκικά σημαίνει το λάθος όργανο, το σκουπίδι όργανο, την παλιατζούρα, είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο, τουλάχιστον απ’ τις αρχές του 19ο αιώνα. 

Είναι γνωστό ότι πολλοί στρατιώτες κατά την επανάσταση του 1821 κουβαλούσαν μαζί με τα άρματά τους παρόμοια μουσικά όργανα( ένα άθλιο βιολί ή ένα μαντολίνο). 

Από δε τον αγωνιστή του ’21 Κασομούλη μαθαίνουμε ότι «εγώ λαλούσα το μπουζούκι, λεγόμενον, ο Χριστόδουλος τον ταμπουράν, με δύο τέλια , ο Σπύρος Μήλου το φλάουτον, άλλοι άλλα όργανα ευμετακόμιστα, καθώς ριμπάμπια, μπουλγάρια» 

 Και αλλού λέει: «...Ο Γούλας έπαιζεν το σαρκί (δηλαδή ανέλαβε το τραγούδι) ο Τόλιος το ριμπάμπι ( περίεργο αράπικο όργανο που παίζεται με δοξάρι, αν κι έχει στην άκρη στρογγυλό κουτί), ο Διαμαντής όλα (πλην έπαιζε το βιολί τότε) κι εγώ το μπουζούκι» ή αλλού «...ο Γιωργούλας Παλαιογιαννάκης λαλούσε πολύ γλυκά τον βαγλαμάν, ο Παπακώστας το βουζούκι κι άλλοι με λιουγκάρια και ικιτέλια ακολουθούντες αυτούς προκαλούσαν την μεγαλυτέραν ηδονήν εις τους Έλληνας .

Από αυτά συνάγεται ότι ήδη το μπουζούκι ήταν ένα διαφορετικό όργανο απ’ τον -λεγόμενο- ταμπουρά και ότι η ονομασία μπουζούκι υπάρχει τουλάχιστον πριν από την επανάσταση του ’21. Το μπουζούκι δηλαδή υπήρχε περίπου απ’ το 1600 και ύστερα, στη Μικρασία και τα Βαλκάνια -αν και δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο- κι άρχισε να γίνεται δημοφιλές απ’ το 1800, κυρίως μεταξύ των Ελλήνων. 

Τέλος, με την προσθήκη της τέταρτης χορδής, το μπουζούκι χάνει την αυτοτέλεια του σαν όργανο, χρειάζεται οπωσδήποτε να συνοδευτεί. Χάνει τα ντουζένια του, το ανοιχτό (ντουζενιάρικο) παίξιμο, τους παραδοσιακούς τρόπους κουρδίσματος και παιξίματος, αν και οι σολιστικές του δυνατότητες μεγαλώνουν .

Οι συνολικές δυνατότητες χειρισμού του Ο καθένας, όπως και κάθε λαός ή έθνος, έχει κάποια γνώμη για το ποιος είναι ο εαυτός του. Μα κι οι άλλοι έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτόν. Το ποια είναι η πραγματική αλήθεια βγαίνει και από τις δύο γνώμες, αλλά και με τη σύνδεσή τους με τo όλον της ανθρώπινης δράσης. Η αλήθεια ξεπηδά σιγά-σιγά από τη δράση που έχουμε μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης δράσης. 

Οσο ερευνούμε τις πολύπλοκες διασυνδέσεις του μερικού -που είναι ο εαυτός μας- με το σύνολο, τόσο πλησιάζουμε την αλήθεια, κάνουμε πιο συνειδητές πράξεις. Όταν πιάνουμε να παίξουμε μπουζούκι ή να το ακούσουμε, φαίνεται σαν κάτι απλό. Δεν είναι όμως. 

Αμέσως παραλαμβάνουμε έναν έτοιμο κόσμο και κάπου θα τον πάμε. Ο έτοιμος είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που έπαιξαν παρόμοιο όργανο και φτιάξανε όλον αυτό το ιστορικό χρόνο που καταλήγει στα χέρια μας, συν όλους τους σύγχρονους που κάνουν παρόμοια μ’ εμάς πράξη. Το πού θα τον πάμε εξαρτάται από το ποια τάση του παρόντος θα τονώσουμε ή θα προωθήσουμε με το παίξιμό μας. 
Ο έτοιμος κόσμος καθορίζει το «πώς» υπάρχει αυτό το όργανο, το «πώς» έφτασε στα χέρια μας, το «τι» περιέχει το κεφάλι μας που διευθύνει τα χέρια και το αυτί μας για τούτο το όργανο, συνειδητά ή ασυνείδητα. Ουδέτερη δράση δεν υπάρχει. Κάπου θα τον πάμε τον κόσμο που παραλάβαμε, θέλουμε δε θέλουμε. 

Πίσω απ’ τον τρόπο παιξίματος, απ’ την επιλογή των τραγουδιών, απ’ το ύφος που θα τραγουδηθούν οι στίχοι, απ’ τη χροιά της φωνής, απ’ τον τρόπο που θα χορευτούν, θα κάνουν αισθητή την παρουσία τους οι πολύπλοκες διαμάχες και συγχωνεύσεις μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, μεταξύ «ξεφτιλισμένης» λαϊκής ερασιτεχνικής μουσικής και ευυπόληπτης έντεχνης (όπως διατείνονται τα παρεάκια που «ξέρουν»), τη σύγκρουση μεταξύ των ιδανικών του ποταπού φυλακόβιου άνεργου καθώς και του ταπεινού βιοπαλαιστή, με τον «καθώς πρέπει» νοικοκύρη καταναλωτή, μεταξύ αυτού του ξεπουλημένου που είμαστε το πρωί, κόντρα σε αυτόν που φαντασιωνόμαστε το βράδυ. 

Αυτού που θα θέλαμε να είμαστε… και δεν μπορούμε. Τέλος, κάπου θα πάμε και τη διαμάχη μεταξύ των προκαταλήψεων του περί «ανώτερου πολιτισμού» που νομίζει ο καθένας πως ανήκει και εκείνου που ισχύει πραγματικά μεταξύ των πολιτισμών του κόσμου. 

Όλα αυτά τα χειριζόμαστε θέλοντας και μη, παίζοντας κι ακούγοντας αυτό το οργανάκι .

Μια από τις δυσκολίες της χρησιμοποίησης άλλων οργάνων μαζί με το μπουζούκι ή ακόμα της χρήσης δύο μπουζουκιών σαν «πρώτη» και «δεύτερη» φωνή, οφειλόταν στο ότι οι μελωδίες των παλιών ρεμπέτικων, όπως και της τουρκικής μουσικής, κατάγονται από μια παράδοση μονωδίας. Δεν ταίριαζε με την ευρωπαϊκή αρμονία που βασιζόταν στη μείζονα και ελάσσονα κλίμακα. 

Τον τραγουδιστή στα παλιά ρεμπέτικα συνήθως τον συνόδευε μόνο ένας μουσικός, έπαιζε τη μελωδία ή χτυπούσε τις άδειες χορδές που ήταν κουρδισμένες σε πέμπτες και μ’ αυτό τον τρόπο όποια αρμονία υπήρχε, έμενε κάπως ανεξάρτητη, ένα στοιχείο που δεν εμπόδιζε καθόλου το τραγούδι .

Ο Τσιτσάνης θεωρεί ότι «καθάρισε» το ρεμπέτικο από οτιδήποτε βρώμικο και ποταπό κουβαλούσε, μα κυρίως απ’ τα κλαψιάρικα μακάμια, μα κατηγορήθηκε ευθέως ότι με την εισαγωγή των διφωνιών στο μπουζούκι, εκμηδένισε τον πολύπλοκο και λεπτεπίλεπτο μηχανισμό των μακαμιών σε δυο μόνο κλίμακες, το μινόρε και το ματζόρε και γι’ αυτό του κόλλησαν το παρατσούκλι ο μινοράκιας. 

Ο Θεοδωράκης πάλι θεώρησε ότι τα ρεμπέτικα (που τα λατρεύει) ήταν φτωχά. Μάλιστα στη δημοσίευση πως το μπουζούκι είναι ένα φάλτσο όργανο, απάντησε πως δεν υπάρχουν φάλτσα όργανα, αυτοί που είναι φάλτσοι είναι οι οργανοπαίχτες του και το μεγαλειώδες καθήκον του το επιτέλεσε ως συνθέτης, παίρνοντας τις μελωδίες τους και τα όργανά τους και τα στόλισε, τα πλούτισε, με δυτική εναρμόνιση, όπως τα «άτεχνα» τραγούδια των τροβαδούρων του Μεσαίωνα έγιναν απ’ τους μεγάλους μουσουργούς η γνωστή δυτική κλασσική μουσική. Αυτός μπορεί να πιστεύει ότι η ιστορία συνέβη έτσι, μα είναι και η πραγματικότητα έτσι; Τι είναι όμως το στόλισμα κι ο πλούτος: Μα τίποτα άλλο από την υποταγή όλου του πλούτου της μονόφωνης πολυπλοκότητας στις ανάγκες της συγκερασμένης εναρμόνισης που αναπτύχθηκε στη Δύση. Αυτό ανακηρύσσεται ως η μόνη πρόοδος κι όλα τ’ άλλα είναι καθυστέρηση. 

Η Ευρώπη είναι η πρόοδος, η καθαρότητα, ο πλούτος και το ιδανικό, η Ανατολή είναι η καθυστέρηση, η λέρα, η πολιτιστική φτώχεια, η ποταπότητα κι η ξεφτίλα. Έτσι το μπουζούκι όχι μόνο έγινε συγκερασμένο, μα εγκατέλειψε και τους δρόμους, τα μακάμια. Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν έχουμε μπροστά μας το ζήτημα, του ποια είναι η σωστότερη ιδέα για τον εαυτό μας, αλλά το τι συμφέρει καλύτερα στο σύγχρονο κόσμο του νεοαποικισμού και των αξιών του που επικρατούν. Για να μην επεκταθούμε σε αυτά τα ζητήματα, θα σταματήσουμε στο σημείο όπου τα κριτήρια για ανώτερους και κατώτερους πολιτισμούς έχουν καταρρεύσει και προβάλλει το κριτήριο του τι προσφέρει κάθε πολιτισμός στην ανθρωπότητα. Μα κι εκεί χρειάζονται κριτήρια. Προσφοράς σε τι;

Η επαφή με τις βασικές ουσίες μέσω του μπουζουκιού.
Το μπουζούκι λοιπόν, σαν μέλος μιας παμπάλαιης οικογένειας οργάνων, ήταν ο ισχυρότερος μουσικός σύνδεσμος με τον ιστορικό μας χώρο, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Όταν έσπασε αυτός ο χώρος σε μητροπολιτικά Βαλκάνια και κουρελιάρικη Μέση Ανατολή δεν κοιτάξαμε να εμποδίσουμε αυτή τη διάσπαση -όπως συμβούλευε ο Ρήγας Φεραίος- αλλά κοιτάξαμε να πηδήσουμε στο σκάφος των ανεπτυγμένων, λες κι ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ήταν η βάση του δυτικού μόνο πολιτισμού και όχι και του αραβικού ή του τουρκικού. 

Το πήδημα αυτό όμως έγινε και αντιφατικά και... «μετά μουσικής». Τα κατώτερα στρώματα της υπαίθρου και των πόλεων συντασσόντουσαν με τα ανατολίτικα γούστα και τη μουσική, ενώ οι μεσαίες κι ανώτερες τάξεις τρέχανε πίσω απ τις νεόπλουτες μόδες της Δύσης. 

Το μεγαλείο του μπουζουκιού στο ρεμπέτικο ήταν πως, παρόλο που είχε γίνει συγκερασμένο, έφερνε το είδος του ανατολίτικου πλούτου στην ελληνική καθημερινότητα. Οι πολιτισμοί όμως δεν διαρκούν χρόνια και δεκαετίες, μα αιώνες και χιλιετίες. 

Οι επιρροές τους είναι πιο βαθιές χρονικά και πιο πλατιές χωρικά απ’ τα πρόσκαιρα κοινωνικά συστήματα. Έτσι διαρκώς μας ξεφυτρώνουν ανατολίτικα χούγια και διαρκώς τα απωθούμε στο βωμό του πρόσκαιρου συμφέροντος. Διαρκώς μας ξεπηδά ένας πιο ανθρώπινος, αντιπαραδόπιστος, ανατολίτικος τρόπος ζωής και διαρκώς τον απωθούμε, διαρκώς αναβλύζει στις ενέργειές μας ο ανατολίτικος πλούτος στη μουσική, στο χορό, στους ρυθμούς ζωής, γουστάρουμε το μπουζούκι, το λιχούδικο φαγητό κλπ. και διαρκώς τον βαφτίζουμε «φτώχια» και δεινοσαυρισμό.

Ο Χιώτης έκανε το μεγάλο μπαμ γύρω στο 1955, σημαδεύοντας την πορεία του λαϊκού τραγουδιού, όταν πρόσθεσε τέταρτη χορδή στο μπουζούκι του και άλλαξε το κούρδισμα, για να μπορεί να παίζει γρηγορότερα και να βγάζει από το όργανο ολόκληρα ακομπανιαμέντα, όπως μια κιθάρα, αν και υπάρχουν μαρτυρίες του Μάρκου Βαμβακάρη για τετράχορδα μπουζούκια και πριν το 1930 «που παίζανε όμως ευρωπαϊκή μουσική, όχι τα δικά μας» . 

Η ενίσχυση του μπουζουκιού με ηλεκτρισμό συμπλήρωσε αυτή τη μεταμόρφωση. Με την προσθήκη όμως της τέταρτης χορδής «χάνει την αυτοτέλειά του σαν όργανο... χρειάζεται να συνοδευτεί» . Στη θέση του λεπτού, τρυφερού μάλλον οργάνου χωρίς ιδιαίτερες φιοριτούρες, που μπορούσε να παίζει θαυμάσια με το νύχι ένας δαχτύλου, βγήκε τώρα το πιο χυδαίο κομμάτι ποπ-αρτ που μπορούσε κανείς να δει. 

Φορτωμένο με μαργαριταρόρριζα και έπειτα με πρασινωπά και φραουλιά στολίδια, που φωσφορίζουν, ενισχυμένο με εκκωφαντική ένταση και με τη συνοδεία του πανταχού παρόντος ηλεκτρικού αρμόνιου, το μπουζούκι έγινε η ελληνική έκδοση της ηλεκτρικής κιθάρας . Ο Μουφλουζέλης πετυχαίνει το Μάρκο πίσω-πίσω στη σειρά σ’ ένα πάλκο και μπροστά του είχε τρία μπουζούκια που «Χιώτιζαν»... 

Όλα εδώ πληρώνονται, από παγκόσμια μουσική πρωτοτυπία σε τσικό της δυτικής μουσικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΥΠΡΕΠΗ ΣΕΜΝΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΑ