ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΙΜΟΣ BLOG ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΕΤΟΣ 2022, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ



Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του.Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία ...Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».Δεν είναι κακό να μην αισθάνεται κανείς Έλληνας, όπως και να πιστεύει άκριτα, όπου αυτός θέλει, τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι άλλωστε το κάνουν αυτό, κακό είναι να διαστρεβλώνει την αλήθεια με ανύπαρκτες γνώσεις και ψεύδη! ”Το πολιτικό σύστημα θριαμβεύει επειδή είναι μια ενωμένη μειοψηφία που ενεργεί εναντίον μιας διαιρεμένης πλειοψηφίας.”

Τα κόμματα αντανακλούν κοινωνικές πραγματικότητες και ιδεολογικές αφετηρίες. Και μονάχα όταν η ίδια η κοινωνία τα απορρίψει, περνούν στην Ιστορία.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

21 Φεβρουαρίου 1913 απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Τα πήραμε τα Γιάννινα
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε,
όπου γελούν και κλαίνε.

Το λεν πουλιά των Γρεβενών
κι αηδόνια του Μετσόβου,
που τα έκαψεν η παγωνιά
κι ανατριχίλα φόβου.

Το λένε χτύποι και βροντές,
το λένε κι οι καμπάνες,
το λένε και χαρούμενες
οι μαυροφόρες μάνες.

Το λένε και Γιαννιώτισσες
που ζούσαν χρόνια βόγγου,
το λένε κι Σουλιώτισσες
στις ράχες του Ζαλόγγου.



Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις.

Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι.

Πηγή: Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912 – 1913, Τόμος Β΄, Γενικό Επιτελείο Στρατού /Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.

Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.


Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.

Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων.

Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.

Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου.

Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.


Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.

Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν.

Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.


Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.




Τελικά σφοδρή επίθεση, 
που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 
ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.


Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς.

Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.





ετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα.

Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Η επέτειος των 105 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων δεν είναι μια απλή υπόμνηση ενός μεγάλου θριάμβου. Είναι πηγή διδαχής και παραδειγματισμού που πρέπει διεξοδικά να διδάσκεται στους νέους μας. Είναι ύμνος της ψυχής και της λόγχης, της ομοψυχίας και της ενότητας του ελληνικού λαού που γνωρίζει πολύ καλά, αιώνες τώρα, ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται. Κερδίζεται διαρκώς από κάθε γενιά και από κάθε άτομο. 




















σπάνιες φωτογραφίες  από τήν Απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τον Τουρκικό ζυγό
 Οι σπάνιες φωτογραφίες είναι των γνωστών φωτογράφων Romaides - Zeitz. 
Zeitz, συνέταιρος στα 1912-1913 του σημαντικού έλληνα φωτογράφου Αριστοτέλη Ρωμαϊδη ακολουθεί το διάδοχο Κωνσταντίνο και άλλους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς στη εκστρατεία της Ηπείρου και τραβά, πέρα των αναμνηστικών φωτογραφιών, και φωτογραφίες που απεικονίζουν τη φρίκη και την ένταση του πόλεμου. 



Βοσκοί Ηπειρώτες με στρατιώτες του ελληνικού στρατού.
Χάνι Εμιν Αγά. Η βάση του ελληνικού γενικού στρατηγείου κατά την πολύμηνη πολιορκία των Ιωαννίνων.
.
Χάνι Εμιν Αγά. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με επιτελείς στη κεντρική είσοδο.
Διακρίνονται από αριστερά οι: Π. Καραπάνος διευθυντής επί των αυτοκίνητων του επιτελείου και οδηγός του διαδόχου, Λοχαγός Ι. Μεταξάς, διάδοχος Κωνσταντίνος, αντισυνταγματάρχης Β.Δούσμανης, λοχαγός Παπακωνσταντίνος και ο υποστράτηγος Π. Δαγκλής.
Χάνι Εμιν Αγά. Το επιτελείο.
Διακρίνονται από αριστερά οι: λοχαγός Κ. Πάλλης, λοχαγός Ι. Μεταξάς, ίλαρχος Στ. Σταϊκος, αντισυνταγματάρχης Β. Δούσμανης και ο λοχαγός Ξ. Στρατηγός.
.
Χάνι Εμιν Αγά. Από αριστερά: πρίγκιπας Αλέξανδρος, υποστράτηγος Δαγκλής, άγνωστος, αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, υποστράτηγος Αλ. Σούτζος, πρίγκηπας Χριστόφορος, αντισυνταγματάρχης Β. Δούσμανης, πρίγκηπας Ανδρέας, λοχαγός Ι. Μεταξάς και πρίγκηπας Γεώργιος.

Χάνι Εμιν Αγά. Εσωτερικό νοσοκομείου εκστρατείας.
Χάνι Εμιν Αγά. Κινητό νοσοκομείο εκστρατείας - ανάπαυλα για για ένα γράμμα.
Χάνι Εμιν Αγά. Πολεμικός ανταποκριτής ετοιμάζει την ανταπόκριση του ενώ αξιωματικοί προγευματίζουν.
Χάνι Εμιν Αγά. Σταθμός αυτοκίνητων.
«Τα τομαχικά της Κανέτας»
Επίσκεψη του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου (κέντρο) και του επιτελείου του στη Κανέτα. Ο διοικητής του πυροβολικού συνταγματάρχης Λ. Παρασκευόπουλος πρώτος δεξιά. Μπροστά πτώματα αλόγων. 

Κανέτα. Επίσκεψη του αρχιστρατήγου και του επιτελείου του. Διακρίνονται από αριστερά οι: συνταγματάρχης Λ. Παρασκευόπουλος, αντισυνταγματάρχης Β. Δούσμανης, πρίγκηπας Αλέξανδρος, αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, αγνωστος, Π. Καραπάνος (καθήμενος), άγνωστος, πρίγκηπας Ανδρέας και Χριστόφορος, άγνωστος, και πρίγκηπας Γεώργιος
Κανέτα. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος παρακολουθεί το βομβαρδισμό του Μπιζανίου.
Η πριγκήπισσα Μαρία Βοναπάρτη (με γούνα) και ο πρίγκηπας Γεώργιος σε επίσκεψη τους στα πυροβόλα της Κανέτας.
Κανέτα. Στιγμιότυπα από την επίσκεψη των πριγκήπων.
«Η μάχη της Μανωλιάσας»
Ευζωνικό τάγμα εις τα υψώματα του Αγίου Νικολάου. Ανάπαυση μετά την μάχη.
Μπιζάνι. Η ανάγνωση της παράδοσης. Διακρίνεται η λευκή σημαία.
Μπιζάνι. Τα μικρά (στο βάθος) και τα μεγάλα οχυρά του Μπιζανίου.
Μπιζάνι. «Τουρκικό πυροβόλο καταστραφέν υπό ελληνικού πυροβόλου».
Κανέτα. Κοντά στα υπαίθρια μαγειρεία.

Κανέτα. «Έτοιμοι για την πανηγυρική είσοδο στα Γιάννενα».
Άγιος Ιωάννης Μπονιλάς. Τμήμα πεζικού του ελληνικού στρατού.
Διμοιρία πεζικού στη συνοικία Καλουτσανη των Ιωαννίνων.
Ιωάννινα. Πλατεία ομονοίας πίσω από το στρατηγείο. Πανηγυρική είσοδος στρατιωτικών οχημάτων.
Ιωάννινα. Κεντρική πλατεία. Η είσοδος του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο. Προηγείται στρατιωτική πάντα.
Σύνταγμα ευζώνων παρελαύνει στη κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων μπροστά από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και άλλους ανώτατους αξιωματικούς. Στο βάθος το ξενοδοχείο του Ισχαν εφέντη (μετέπειτα Αβέρωφ) και ο πύργος του ρολογιού στη παλιά του θέση.
Ιωάννινα. Αναμένοντας τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο για τη δοξολογία στη μητρόπολη.

Ιωάννινα. Άφιξη του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και της πριγκήπισσας Μαρίας στη μητρόπολη.

Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος μετά του επιτελείου του στο προαύλιο του μητροπολιτικού ναού των Ιωαννίνων. Προηγούνται οι μητροπολίτες Βελλάς & Κονίτσης Σπυρίδων Βλάχος (αριστερά) και Δρυϊνουπόλεως & Πωγωνιανής Βασίλειος Παπαχρήστου ή Χριστίδης( δεξιά)
Έξοδος του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου από το μητροπολιτικό ναό Ιωαννίνων μετά την δοξολογία.

Ιωάννινα. Λαός των Ιωαννίνων κατακλύζει την κεντρική πλατεία μετά την είσοδο του διαδόχου Κωνσταντίνου.
Ιωάννινα. Φετιχε τζαμί (Α). Ο διάδοχος Κωνσταντίνος μπροστά στον τάφο του Αλή πασά(Β) στο κάστρο των Ιωαννίνων.

Ιωάννινα. «Η πλατεία». Στο βάθος δεξιά, πίσω από τον εβραίο, διακρίνονται η πριγκήπισσα Μαρία και ο πρίγκηπας Γεώργιος.

Κάστρο Ιωαννίνων. Τούρκοι νεκροί και αιχμάλωτοι.
Ιωάννινα. Μεταφορά νεκρών (πίσω από το στρατηγείο)

Ιωάννινα. Νεκρός στρατιώτης στις όχθες της λίμνης.
Τούρκοι αιχμάλωτοι σε σημείο συγκεντρώσεως τους, μετά την συνθηκολόγηση που υπεγράφη με τον Οθωμανό διοικητή του φρουριακού συγκροτήματος των Ιωαννίνων.

Ιωάννινα. Τούρκοι αιχμάλωτοι σε τέμενος της πόλης.
Ιωάννινα. Κεντρική πλατεία. Τούρκοι αιχμάλωτοι.
Στρατιωτικό όχημα πάνω από γέφυρα βορείως των Ιωαννίνων. Μικροί Ηπειρώτες ψαρεύουν στα νερά του ποταμού.
Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 

 Το Μπιζάνι δεν έπεφτε εύκολα λόγο των οχυρωματικών έργων  τά οποία είχε κατασκευάσει ο…ο…ο Πολωνοεβραίος Ζίγκμουντ Μινέϊκο, προπάππους του γιωργάκη. Τά έργα τά εφτιαξε όχι βέβαια γία λογαριασμό των Ελλήνων, αλλά των τούρκων.


Διαβάστε : Τι έκανε ο Ζίγκμουντ Μινέϊκο  προπάπους του Γιωργάκη στα Γιάννενα.


ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΑΡΧΙΜΗΧΑΝΙΚΟΥ Φον ντερ Γκόλτς.

Ο Ζίγκμουντ Μινέϊκο ένας πανέξυπνος και χαρισματικός άνθρωπος, με την διπλή ιδιότητα του Μηχανικού και του Στρατιωτικού, ήταν από τους βασικούς συντελεστές των περίφημων οχυρωματικών έργων του Μπιζανίου που σκοπό είχαν την... προστασία της τουρκικής κατοχής στα Γιάννενα από τον Ελληνικό Στρατό. Ο Στρατός μας τελικά απελευθέρωσε τα Γιάννενα έστω και με την καθυστέρηση την οποία προκάλεσαν τα οχυρωματικά έργα του Μπιζανίου που έγιναν τάφος ηρωϊκός για πολλούς Έλληνες πολεμιστές. Ένας τάφος που άνοιξε με τα ίδια του τα χέρια ο προπάππους του Γιωργάκη Παπανδρέου. Όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα που δεν γνωρίζουν σήμερα οι Έλληνες μπορεί να σημαίνουν πολλά, μπορεί και ελάχιστα για τον καθέναν ξεχωριστά. Αλλά όμως όλοι πρέπει να ξέρουν... Κι αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει!
Δίπλα στον βασιλέα Κωνσταντίνο πολέμησε και ως λοχαγός τότε , ο Ιωάννης Μεταξάς.


Αριστερά Πρίγκιπας Αλέξανδρος, 
λοχαγός Ι. Μεταξάς, 
αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, 
πρίγκιπας Γεώργιος, 
πρίγκιπας Χριστόφορος... 


Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Η Συνθήκη των Σεβρών και το Αρμενικό Ζήτημα



Με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε ένας μαραθώνιος διαπραγματεύσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων οι νικητές προσπαθούσαν να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη, ενώ οι νικημένοι πάσχιζαν να περισώσουν ότι ήταν δυνατό να σωθεί. Οι διαπραγματεύσεις αυτές διήρκεσαν περίπου δύο χρόνια, είχαν τη μορφή διαβουλεύσεων, συνδιασκέψεων, επίσημων ή ανεπίσημων συμβουλίων, που άλλοτε κατέληγαν σε κάποιο αποτέλεσμα κι άλλοτε όχι και είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τον Αύγουστο του 1920. 

Η συνθήκη αυτή καθόριζε τους όρους της ειρήνης μεταξύ των ενδιαφερομένων χωρών και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τη συνθήκη αυτή, εκτός από την Οθωμανική κυβέρνηση, υπέγραψαν και οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της εποχής εκείνης, η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, καθώς και η Αρμενία, το Βέλγιο, η Πολωνία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ρουμανία και η νεοσύστατη Τσεχοσλοβακία.


Πρέπει να σημειωθεί ότι η Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) προέβλεπε τη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν, ενώ αποστερούσε από την κυριαρχία της σουλτανικής κυβέρνησης το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας παραχωρώντας το στην Ελλάδα.



1918-1920: Η κρίσιμη διετία

Όπως προαναφέρθηκε, στη διετία που μεσολάβησε από τις 30 Οκτωβρίου 1918, όταν η Οθωμανική κυβέρνηση υπέβαλε επίσημα αίτημα ειρήνης, μέχρι και την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, υπογράφηκαν επιμέρους συμφωνίες, ενώ ταυτόχρονα συνέβησαν αρκετά σημαντικά ιστορικά γεγονότα.

Ύστερα από την επιτυχία της Ρωσικής Επανάστασης το 1917, η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων πήρε δύο σημαντικές αποφάσεις. Αρχικά απέσυρε τα στρατεύματά της από τα μέτωπα του πολέμου και επεδίωξε να συνάψει ειρήνη με τις αυτοκρατορίες της κεντρικής Ευρώπης. Εν συνεχεία, παραχώρησε αυτονομία στους λαούς των επαρχιών του Καυκάσου (Αρμενία- Γεωργία- Αζερμπαϊτζάν). ΄Όλα αυτά συνέβησαν τον Γενάρη του 1918.

Οι τρεις αυτοί λαοί στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν συγκρότησαν ένα ομόσπονδο κράτος, την Υπερκαυκασιανή Ομοσπονδία, όπου κάθε εθνότητα εκπροσωπούνταν με το αντίστοιχο εθνικό συμβούλιο. Αμέσως μετά τη συγκρότησή του, το ομόσπονδο αυτό κράτος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, με στόχο μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη.

Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφηκε μεταξύ της Ρωσίας και των Αυτοκρατοριών της Κεντρικής Ευρώπης η συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Ορισμένα άρθρα της συνθήκης αυτής προέβλεπαν την υποχρέωση της Ρωσίας να αποσύρει αμέσως όλα τα στρατεύματά της από τις αρμενικές επαρχίες Καρς και Αρνταχάν, καθώς και από το Μπατούμ. Επίσης, η Ρωσία δεν θα έπρεπε να επέμβει στις διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με την Υπερκαυκασιανή Ομοσπονδία.

Για τον καθορισμό των ρωσοτουρκικών συνόρων συστάθηκε επιτροπή, η οποία θα καθόριζε τα σύνορα αυτά με βάση τα προπολεμικά δεδομένα.

Έτσι, τα δύο κράτη, η Ρωσία και η Τουρκία, κράτησαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να καθορίσουν την τύχη των αρμενικών επαρχιών Καρς και Αρνταχάν, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τη βούληση των κατοίκων τους. 

Η συνθήκη αυτή ενίσχυσε την τουρκική αδιαλλαξία στις διαπραγματεύσεις με τους λαούς του Καυκάσου και τα τουρκικά στρατεύματα, απαλλαγμένα από κάθε ρωσική απειλή, προέλασαν και κατέλαβαν τις επαρχίες Καρς, Αρνταχάν και Μπατούμ.

Τα εθνικά συμβούλια των Γεωργιανών και των Αζέρων δεν εκτίμησαν σωστά τους κινδύνους της τουρκικής προέλασης που, εκτός από την προσάρτηση των αρμενικών επαρχιών, είχε ως στόχο την υπόσταση της ίδιας της Υπερκαυκασιανής Ομοσπονδίας. Ενώ λοιπόν, στις αρχές Μαΐου του 1918, η κυβέρνηση της ομοσπονδίας δέχεται την προσάρτηση από την Τουρκία των τριών επαρχιών (Καρς, Αρνταχάν, Μπατούμ), η Τουρκία αρχίζει να προβάλλει νέες εδαφικές αξιώσεις, οι οποίες δεν προβλέπονταν από τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Θεωρεί ότι είναι ο κατάλληλος χρόνος να θέσει σε εφαρμογή τα παντουρανικά σχέδια, με την κατάκτηση και των υπολοίπων αρμενικών εδαφών, τον ολοκληρωτικό αφανισμό του αρμενικού λαού και την προσάρτηση των εδαφών των ομόθρησκων Αζέρων, των οποίων η ηγεσία δεν είχε καμία αντίρρηση.

Μπροστά στον κίνδυνο αυτό, η Γεωργιανή ηγεσία, έχοντας την υποστήριξη της Γερμανίας, άρχισε ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, ενώ οι ηγέτες των Αζέρων είχαν ήδη αρχίσει συνεννοήσεις με τους Τούρκους με σκοπό την ένωση του Αζερμπαϊτζάν με την Τουρκία.

Στις 26 Μαΐου 1918 οι Γεωργιανοί αποχωρούν από την Καυκασιανή ομοσπονδία και ανακηρύσσουν τη Γεωργιανή Δημοκρατία. Την επομένη προχώρησε στην κήρυξη της ανεξαρτησίας της και η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, αφήνοντας εντελώς μόνο του τον αρμενικό λαό να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή.

Στις 28 Μαΐου 1918, το Αρμενικό Εθνικό Συμβούλιο κηρύσσει την ανεξαρτησία της Αρμενίας. Στο μεταξύ εκδηλώθηκε τουρκική επίθεση στα μέτωπα του Σαρνταραμπάντ, Μπας Αμπαράν και Γαρακιλισέ, όπου ο αρμενικός λαός, εξοπλισμένος με τ' απομεινάρια του πολεμικού υλικού του διαλυμένου τσαρικού στρατού, αντιμετώπισε με επιτυχία την τουρκική επίθεση.

Μετά την αποτυχία τους να αφανίσουν εντελώς τον αρμενικό λαό, οι Τούρκοι υπέγραψαν στις 4 Ιουνίου τη συνθήκη του Μπατούμ, η οποία υπογράφηκε μεταξύ της κυβέρνησης του νεοσύστατου αρμενικού κράτους και της Τουρκίας. ΄Έτσι η Τουρκία αναγνώρισε επίσημα την Αρμενική Δημοκρατία και καταβλήθηκαν προσπάθειες ειρηνικής συνύπαρξης των δύο λαών.

Στο δρόμο για τη συνθήκη των Σεβρών

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, η Τουρκία παραδέχεται επίσημα την ήττα της και προσπαθεί να συνάψει ειρήνη με τις μεγάλες δυνάμεις. Τότε υπογράφεται η ανακωχή του Μούδρου, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να διαλύσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις. ΄Ένας από τους όρους της ανακωχής ήταν η ενσωμάτωση στην Αρμενική Δημοκρατία όλων των αρμενικών επαρχιών που πριν από τον πόλεμο υπάγονταν στην τσαρική Ρωσία. ΄Έτσι η Αρμενική Δημοκρατία εκτείνεται σε μια έκταση 56.000 τετρ. χλμ.

Λίγες μέρες μετά τη λήξη του πολέμου, πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι ένα αρμενικό εθνικό συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν δύο αρμενικές αντιπροσωπείες. Η αντιπροσωπεία της Αρμενικής Δημοκρατίας με επικεφαλής τον Αβεντίς Αχαρονιάν και η αντιπροσωπεία της διασποράς με επικεφαλής τον Μπογός Νουμπάρ Πασά, εξέθεσαν τις απόψεις τους σχετικά με τις αρμενικές εδαφικές διεκδικήσεις. Το συνέδριο πήρε μεγάλη δημοσιότητα και για μια ακόμη φορά το Αρμενικό Ζήτημα διεθνοποιήθηκε. Η διεθνής κοινή γνώμη έβλεπε με μεγάλη συμπάθεια τα δίκαια αιτήματα του αρμενικού λαού και έτσι οι μεγάλοι πολιτικοί της εποχής, Γούντροου Ουίλσον, Ελευθέριος Βενιζέλος και Ζορζ Κλεμανσό, τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ μιας δίκαιης λύσης του Αρμενικού Ζητήματος.

Το Φεβρουάριο του 1919, οι δύο αντιπροσωπείες επισκέφθηκαν τον Πρόεδρο των Η.Π.Α. και του παρουσίασαν χάρτη των διεκδικήσεών τους, ζητώντας τη διαμεσολάβησή του. Ο Ουίλσον ζήτησε πίστωση χρόνου για να μελετήσει τις προτάσεις.

Τον Απρίλιο του 1920, στη συνδιάσκεψη του Σαν Ρέμο, οι νικητές σύμμαχοι αποφάσισαν την ενοποίηση της Αρμενίας, με την επιστροφή των επαρχιών Βαν και Ερζερούμ. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1920, υπογράφηκε η γνωστή συνθήκη των Σεβρών, η οποία έδωσε πολλές ελπίδες στον αρμενικό λαό, καθώς φαινόταν ότι επιτέλους βρέθηκε μια δίκαιη λύση στο χρόνιο ζήτημά του. Οι νικήτριες δυνάμεις επέβαλαν στην Τουρκία όρους που διασφάλιζαν τα συμφέροντά τους στην ευαίσθητη αυτή περιοχή. Ωστόσο και οι εκπρόσωποι των μικρών λαών βρήκαν την ευκαιρία να προωθήσουν τα δικά τους ζητήματα.

Έτσι λοιπόν και ο αρμενικός λαός πέτυχε με το άρθρο 88 την αναγνώριση εκ μέρους της Τουρκίας της κρατικής του υπόστασης. Στο άρθρο 89 η Τουρκία και η Αρμενία, με τη σύμφωνη γνώμη των μεγάλων δυνάμεων, δέχθηκαν να αναθέσουν στον Πρόεδρο Ουίλσον τη διαιτησία για τον καθορισμό των τουρκοαρμενικών συνόρων, ιδιαίτερα στις επαρχίες Βαν, Ερζερούμ και Μπιτλίς.

Αποφασίστηκε επίσης να δοθεί θαλάσσια διέξοδος στην Αρμενία. Με το άρθρο 90 η Τουρκία ανακοίνωνε ότι, από την ημερομηνία ισχύος του άρθρου 89, παραιτείται απ' όλα τα δικαιώματα πάνω στα εδάφη που κατείχε μέχρι πρότινος. Με τη συμφωνία αυτή, η Τουρκία υποχρεωνόταν να σεβαστεί τις φυλετικές και θρησκευτικές μειονότητες που ζούσαν στο έδαφός της, καθώς και να λάβει μέτρα που θα διασφάλιζαν την ελεύθερη διαβίωση των αλλόθρησκων και αλλοεθνών πολιτών της. Ο Αβεντίς Αχαρονιάν σε σχετική του έκθεση περιγράφει τον τρόπο που υποδέχθηκαν οι Αρμένιοι την υπογραφή της συνθήκης: 

«Στις 15 Οκτωβρίου, με την ευκαιρία της υπογραφής της συνθήκης, τελέσθηκε πανηγυρική λειτουργία στην εκκλησία των Παρισίων, ενώ το απόγευμα στις τέσσερις πραγματοποιήθηκε επίσημη δεξίωση στο κτίριο της αρμενικής αποστολής. Είχε έρθει πάρα πολύ μεγάλος αριθμός Αρμενίων από όλα τα σημεία της πόλης και μέσα σε μια συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα εκφωνήθηκαν λόγοι, έγιναν απαγγελίες και ακούστηκαν πατριωτικά τραγούδια, για να τιμηθεί η μεγάλη αυτή μέρα του αρμενισμού και της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Αρμενίας».

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πρόταση του Ελ. Βενιζέλου στον Λόυντ Τζωρτζ. Ο ΄Έλληνας πρωθυπουργός είχε προβλέψει ότι η επικράτηση του Κεμαλικού κινήματος θα σήμαινε τον αφανισμό του χριστιανικού πληθυσμού των επαρχιών του Πόντου και του Καυκάσου. Πρότεινε λοιπόν τη δημιουργία ομόσπονδου κράτους με τους χριστιανικούς λαούς της Αρμενίας και της Γεωργίας. Στην περιοχή του Πόντου ζούσαν τότε 1.000.000 ΄Έλληνες. Το ισχυρό αυτό κράτος θα αποτελούσε οχυρό ενάντια στην εξάπλωση του Μωαμεθανισμού. Η Ελλάδα ήταν έτοιμη να αναλάβει τη στρατιωτική υποστήριξη, ενώ οι ΄Άγγλοι έπρεπε να το στηρίξουν οικονομικά.

Συνθήκη των Σεβρών: 
Πιο εύθραυστη και από τις πορσελάνες της
(δήλωση του Προέδρου της Γαλλίας Ανρί Πουανκαρέ)

Όπως όμως είναι γνωστό, οι Σύμμαχοι και κυρίως οι ΄Άγγλοι προτίμησαν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, ερχόμενοι πρώτα σε συνεννόηση με τους Κεμαλικούς και αργότερα βοηθώντας τους απλόχερα να επικρατήσουν και να εφαρμόσουν το σοβινιστικό τους πρόγραμμα, αφανίζοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας.

Λίγες μέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, ο τουρκικός στρατός, αναδιοργανωμένος και ενισχυμένος από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, επιτίθεται εναντίον του αρμενικού κράτους, παραβιάζοντας κατάφορα τους όρους της συνθήκης.

Το Νοέμβριο του 1920, ο Πρόεδρος Ουίλσον καθορίζει τα αρμενοτουρκικά σύνορα, σε εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης, τα οποία συμπίπτουν με αυτά που όριζε η συνδιάσκεψη του Σαν Ρέμο. Την ίδια ώρα, ο τουρκικός στρατός έφτανε στην πόλη Αλεξαντροπόλ, σε απόσταση λίγων μόνο χιλιομέτρων από την πρωτεύουσα της Αρμενίας.

Η αρμενική κυβέρνηση εκτιμώντας τις συνθήκες και μην ελπίζοντας σε βοήθεια από πουθενά, αναγκάζεται μετά από τελεσίγραφο της σοβιετικής Ρωσίας, να παραδώσει την εξουσία στην «Επαναστατική Επιτροπή της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας».

Στις 2 Δεκεμβρίου 1920, με τη συμφωνία του στρατηγού Τρο και του σοβιετικού αντιπροσώπου στην Αρμενία Λεγκράν, καταλύθηκε το πρώτο ανεξάρτητο αρμενικό κράτος και εντάχθηκε στη σοβιετική Ρωσία. Παράλληλα αναγκάστηκε να δεχθεί τους τουρκικούς όρους με τη συνθήκη της Αλεξαντροπόλ, για να σταματήσει την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων και τον αφανισμό του αρμενικού λαού.


Η συνθήκη των Σεβρών δεν αποτέλεσε υπόσχεση αλλά πολιτική πράξη, η οποία αν και δεν εφαρμόστηκε, αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα νομικά ντοκουμέντα που έχει στα χέρια του ο αρμενικός λαός για τη διεκδίκηση των απαράγραπτων δικαιωμάτων του.

Πρώτα, επειδή αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ζει ελεύθερος και ακόμη, διότι αναφέρονται με σαφήνεια οι περιοχές όπου ο αρμενικός λαός έχει δικαίωμα να εγκατασταθεί. Δεύτερον, επειδή οι όροι που αναγκάστηκε να δεχθεί η Τουρκία, ήταν προϊόν πίεσης της διεθνούς κοινής γνώμης και προσπάθειας να αποδοθεί δικαιοσύνη και προστασία στους μικρούς λαούς, ενάντια στις επεκτατικές βλέψεις ορισμένων μιλιταριστικών καθεστώτων.

Όπως προαναφέρθηκε, η Βρετανική διπλωματία, αφ' ενός έδινε ελπίδες στους χριστιανικούς λαούς της εγγύς Ανατολής, τόσο με υποσχέσεις προς την αρμενική κυβέρνηση, όσο και με προτροπές προς την κυβέρνηση Βενιζέλου για συνέχιση της Μικρασιατικής εκστρατείας και αφ' ετέρου ενίσχυε απλόχερα το Κεμαλικό κίνημα, με αποτέλεσμα να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά και να αφανίσει όλους τους χριστιανικούς λαούς της Ανατολίας, του Πόντου και της Μ. Ασίας.











Η «βαρύτητα» των πετρελαίων

Η Συνθήκη των Σεβρών αντικαταστάθηκε από τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923, η οποία υπήρξε το αποκορύφωμα του κυνισμού της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Τουρκία κατάφερε να πάρει ό,τι ζητούσε, με αντάλλαγμα τη διασφάλιση ελεύθερης διόδου προς τις πετρελαιοπηγές της Μοσούλης. Η λέξη Αρμενία δεν αναφερόταν σε κανένα άρθρο της. ΄Έτσι, η Τουρκία απαλλάχθηκε και από τη στοιχειώδη υποχρέωση να εγγυηθεί την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. ΄Όπως αποδείχθηκε, τα πετρέλαια της Μοσούλης βάραιναν περισσότερο από το αίμα του αρμενικού λαού.

Μάρντικ Μαρντικιάν


Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΣΑΡΑΚΟΣΤH ΤΟ ΝOΗΜΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕIΑΣ


Aρχίζει η περίοδος της Μεγάλης Τεσσα­ρακοστής, η οποία διαρκεί από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λα­ζάρου. Ονομάζεται «Μεγάλη» όχι λόγω της μεγάλης της διάρκειας, αλλά για να τονιστεί η σημασία της στην προετοι­μασία μας για την Μεγάλη Εβδομάδα και τη συμμετοχή μας στα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Είναι ένα πνευμα­τικό ταξίδι με προορισμό την «εορτή των εορτών», την Λα­μπρή. Αρχικά, το νόημά της εκτός από αυτήν την πνευματι­κή εγρήγορση, ήταν ταυτισμένο με την προετοιμασία των κα­τηχουμένων για το βάπτισμά τους κατά τη νύκτα του Μ. Σαββάτου, στην πασχαλινή Θεία Λειτουργία.

Η λέξη νηστεία προέρχεται από το αρνητικό «νη» και το «εσθίω» και σημαίνει απέχω από την τροφή. Όταν νηστεύου­με όμως, δεν σημαίνει μόνο ότι απέχουμε από κάποιες τρο­φές. Το σημαντικότερο μέρος της νηστείας είναι το πνευμα­τικό. Ο Μέγας Βασίλειος διδάσκει: «Μην περιορίζεις όμως το καλό της νηστείας μόνο στην αποχή από το φαγητό. Για­τί πραγματική νηστεία είναι μόνο να μην κάνεις τίποτε άδικο. Να λύνεις κάθε δεσμό αδικίας. Συγχώρησε τον πλησίον σου για το κακό που σου έκανε και ξέχασε αυτά πού σου χρω­στάει. Κρέας δεν τρως αλλά κατασπαράζεις τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες».


Στόχος μας είναι να βελτιωθούμε ως άνθρωποι, να καθα­ρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη, να ενισχυθούμε στον αγώνα για την απόκτηση της αρετής. Ιδιαίτερα σημαντική εί­ναι η τήρηση της νηστείας στην εποχή μας που χαρακτηρί­ζεται από την ασυδοσία, τον καταναλωτισμό, την γαστριμαρ­γία, την φιληδονία, πάθη που αποχαυνώνουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Φυσικά η λήψη τροφής δεν είναι αμαρτία. Πρόκει­ται για εκούσια στέρηση που απαιτεί ψυχικό σθένος, ισχυρή θέληση και αγωνιστική διάθεση. Άλλωστε, έχει αποδειχθεί με επιστημονικές μελέτες, ότι η νηστεία με τρόπο που περιλαμ­βάνει βασικά στοιχεία της ελληνικής μεσογειακής διατροφής, μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα υγείας. Όμως η Εκκλη­σία δίνει στη νηστεία θεολογικό νόημα. Δεν πρόκειται μόνο για την υγεία του σώματος αλλά κυρίως για την υγεία της ψυ­χής. Η νηστεία, για τους ορθόδοξους χριστιανούς, μας ελευ­θερώνει από την ολοκληρωτική εξάρτηση από την τροφή, την ύλη και την αμαρτία. Η αληθινή νηστεία συνοδεύεται α­πό την αγάπη για τους συνανθρώπους μας και την ελεημο­σύνη. Η διατροφή μας γίνεται πιο απλή και τα χρήματα που εξοικονομούμε τα προσφέρουμε στους φτωχούς.

Η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής είναι περίοδος μετανοίας και πνευματικού αγώνα. Καταβάλλεται μια προ­σπάθεια να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας περισσότερο πνευματικά και όχι εγωιστικά. Είναι περίοδος περισυλλογής, αυτοσυγκέντρωσης και αυτοελέγχου. Είναι μια πορεία, ένας τρόπος που οδηγεί στην αυτοπειθαρχία και, με την βοήθεια της προσευχής, σε ψυχική αφύπνιση. Όλες οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας προσπαθούν να μας εντάξουν σ’ αυτό το κλίμα της μετάνοιας και του πνευματικού αγώνα. Ταυτό­χρονα είναι περίοδος «χαρμολύπης» όπως λένε οι πατέρες της Εκκλησίας. «Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χα­ρά, φως, και την δική μας προσπάθεια μια πνευματική άνοι­ξη», όπως λέει ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι μια ευκαιρία εσωτερικής ανα­ζήτησης, εμβάθυνσης και αλλαγής. Για να αλλάξουμε τις εξωτερικές συνθήκες, για να πετύχουμε το καλύτερο για τους γύρω μας και την πατρίδα μας, πρέπει η αλλαγή να   ξε­κινήσει από μέσα μας. Μεταμορφώνοντας κανείς τον εαυτό του προς το καλύτερο, μπορεί να ξεκινήσει για να αλλάξει τον κόσμο.

Ας προετοιμαστούμε, λοιπόν, και εμείς σωματικά και πνευματικά, ώστε να υποδεχτούμε την Ανάσταση του Χρι­στού. «Νηστεύσωμεν νηστεία δεκτήν, ευάρεστον τω Κυρίω, αληθής νηστεία, η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσ- σης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύ­δους και επιορκίας. Η τούτων ένδεια, νηστεία εστίν αληθής και ευπρόσδεκτος».

Ιουστίνη Μ.


Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

1914-2018: 104 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

«Έχω μια αδερφή, κουκλίτσα αληθινή, την λένε Βόρειο Ήπειρο την αγαπώ πολύ, την λένε Βόρειο Ήπειρο την αγαπώ πολύ!
Της κόψαν την φωνή, κουκλίτσα αληθινή, Την πιάσανε αιχμάλωτη οι άπιστοι Αλβανοί
Και τώρα που μπορώ, το όπλο να κρατώ. Και ανήκω εις τον ένδοξο Ελληνικό στρατό
Θα πάω μια αυγή, χωρίς διαταγή, Για να αγκαλιάσω στοργικά την δόλια μου αδερφή».

(Εθνικό άσμα για την Βόρειο Ήπειρο, που μάθαιναν τα παιδιά μας στα σχολεία, μέχρι που το κατήργησε ο καραμανλισμός, ως… φασιστικό κατάλοιπο).

Αγαπητοί αναγνώστες, Θέμα της σημερινής μας επετειακής ιστορικής αναδρομής, είναι η ανακήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, που έγινε στις 17 Φεβρουαρίου 1914. Όμως, πρώτα-πρώτα θα πρέπει να παραθέσουμε κάποια ιστορικά στοιχεία για τον ελληνισμό της Β. Ηπείρου. Η παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή της Ηπείρου χρονολογείται από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π. Χ. Ο Στράβων, αναφέρει 11 ελληνικά φύλα που κατοικούσαν κάτω από τον Γενούσο ποταμό: 

Θεσπρωτούς, Κασσωπαίους, Μολοσσούς, Αμφιλοχίους, Χάονες, Αθαμάνες, Τυμφακούς, Αίκιθες, Ορέστες, Αττιντάνες και Παραναίους

Αργότερα, όλοι οι ανωτέρω ονομάστηκαν μ’ ένα κοινό όνομα: Ηπειρώτες. Κατοικούντες πάνω από τον Γενούσο ποταμό μέχρι και τις δαλματικές ακτές, ήσαν οι Ιλλυριοί, ομοίως ελληνικό φύλο. Οι Ηπειρώτες μιλούσαν φυσικά την ελληνική γλώσσα και μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού υιοθέτησαν την νέα θρησκεία. Στο διάβα των αιώνων, έγιναν πολλές επιδρομές βαρβαρικών φύλων. Τον 7ο μ. Χ. αιώνα, εμφανίστηκαν και εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή -και ιδιαιτέρως πάνω από τον Γενούσο- οι Σλάβοι. Τους επόμενους αιώνες, η εγκατάστασή τους έγινε μαζική.

Στις αρχές του 1360, εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια οι Τούρκοι και μερικά χρόνια αργότερα κατέλαβαν ευρύτερες περιοχές της Ηπείρου και εγκατέστησαν τους πρώτους Τουρκομανικούς πληθυσμούς στις εύφορες γαίες. Η πρώτη μαζική αντίσταση των Ηπειρωτών στην τουρκική κατάκτηση, έγινε υπό την ηγεσία του Γεωργίου Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη. Τραγική ειρωνεία: ο μέγας αυτός Έλλην θεωρείται σήμερα από τους Αλβανούς εθνικός τους ήρωας, αγάλματά του υπάρχουν παντού, δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του (με παρόμοιο τρόπο οι Σκοπιανοί καπηλεύονται τον Μέγα Αλέξανδρο). 

Ο Καστριώτης, με φλάμπουρο τον δικέφαλο αετό (την σημερινή σημαία της Αλβανίας) λευτέρωσε την Ήπειρο το 1443 και η λευτεριά, παρά τις συνεχείς και λυσσαλέες τουρκικές επιθέσεις, κράτησε μέχρι το 1480 (ο Καστριώτης πέθανε δοξασμένος το 1468). Μετά την εδραίωση της κατακτήσεως της Ηπείρου από τους Τούρκους, έγιναν οι πρώτοι (εκούσιοι) εξισλαμισμοί Ελλήνων. Αυτοί που έκαναν την αρχή ήταν οι φεουδάρχες (κάτοχοι τιμαρίων γης, «τιμαριούχοι»), με σκοπό την διατήρηση των τιμαρίων και των λοιπών προνομίων τους. Αυτοί, λοιπόν, ονομάστηκαν Σπαχήδες. Μάλιστα, είχαν υπό τας διαταγάς των, μισθοφορικά στρατιωτικά σώματα, τα οποία έθεσαν στην διάθεση των Τούρκων. Αρχικώς, ο εξισλαμισμός τους ήτο εικονικός, καθώς διατηρούσαν στα κρυφά την πίστη και την εθνική τους ταυτότητα. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, αποκόπτονταν σιγά-σιγά από τον εθνικό κορμό και εν τέλει χάθηκαν για τον ελληνισμό.
Όσο περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότεροι Έλληνες εξισλαμίζονταν, για πολλούς και διαφόρους λόγους (επιβιώσεως, φιλοδοξίας, ευημερίας κ.α.). Αυτοί οι νέοι προσήλυτοι του μωαμεθανισμού, διαποτισμένοι με τον φανατισμό του νεοφωτίστου, άφησαν πίσω τους οριστικώς και αμετακλήτως την ελληνική εθνική συνείδηση, την ορθόδοξη πίστη, τα ήθη και έθιμα, ακόμα δε και την ελληνική γλώσσα (υιοθέτησαν μια τοπική διάλεκτο, μίξη τουρκικών, σλαβικών και ελληνικών, την λεγομένη Αρβανίτικη γλώσσα). 

Αυτοί ονομάσθησαν Τουρκαλβανοί ή Μουρτάτες και εξελίχθησαν σε λαίλαπα για τον ηπειρωτικό ελληνισμό, αφού κατά τις τρομοκρατικές τους επιδρομάς περνούσαν δια μαχαίρας τους επιμένοντας ελληνικά. Ο φόβος που είχαν οι ανυπεράσπιστοι Έλληνες γι’ αυτούς τους Γενιτσάρους, προκάλεσε νέους εξισλαμισμούς-εκτουρκισμούς. Μουρτάτες είναι και οι διαβόητοι Τσάμηδες, που ζούσαν στην Θεσπρωτία και που από την κατοχή μέχρι σήμερα, αποτελούν την αιχμή του ανθελληνικού δόρατος. Πόσο ελληνικό αίμα πήγε χαμένο! Και να η κακή μοίρα του ελληνισμού: να καταστρέφεται από το ίδιο του το αίμα!

Στην Ήπειρο, υπήρχαν και οι Βλάχοι. Οι Βλάχοι είναι Έλληνες καθαρόαιμοι, σαν όλους τους υπολοίπους. Όμως, κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής κυριαρχίας, έτυχε να χρησιμοποιηθούν ως φρουροί σε ορεινά στρατηγικά σημεία και σε αντάλλαγμα τους παραχωρήθηκαν καλλιεργήσιμα εδάφη και άλλα προνόμια. Από την σχέση τους με τους Ρωμαίους, προέκυψε το λατινογενές βλαχικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως δεύτερη γλώσσα. Στο διάβα των αιώνων, οι Βλάχοι διατήρησαν την ελληνική τους ταυτότητα, καθώς και την ορθόδοξη πίστη, έδιναν δε πάντοτε το παρών στα εθνικά προσκλητήρια. Επίσης, πολλοί εθνικοί ευεργέτες ήταν Βλάχοι (Αβέρωφ, Ζάππας, Συγγρός κ.α.). Κατά την διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιταλοί και οι Ρουμάνοι, χρησιμοποίησαν κάποια ελάχιστα καθάρματα που επιχείρησαν να αποκόψουν τους Βλάχους από τον εθνικό κορμό, χωρίς επιτυχία. Βλαχόφωνοι πληθυσμοί υπάρχουν και σήμερα στην Β. Ήπειρο, αλλά και στην ελεύθερη Ελλάδα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο ελληνισμός και η ορθοδοξία χάνονταν σιγά-σιγά, εξαιτίας της τρομοκρατικής δράσεως των Τουρκαλβανών. Την κατάσταση έσωσε ο εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός, που εξελίχθηκε σε μεγάλη μορφή του ελληνισμού. Ο Άγιος, παρότι καταγόταν από την Ναυπακτία, κατέληξε να περιοδεύει στην Ήπειρο και να κηρύττει την εθνική αφύπνιση, μαζί με τον λόγο του Θεού. Ο πύρινος λόγος και η εθνική δράσις του Αγίου, βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους υπόδουλους Έλληνες και ως εκ τούτου προκάλεσαν τον φθόνο των εβραιοσιωνιστών της περιοχής, που επίεζαν με μεγάλη φορτικότητα τον Κούρτ Πασά του Βερατίου, να τον εξοντώσει. 

Ο Άγιος Κοσμάς, είχε συνειδητοποιήσει τον ρόλο του εβραιοσιωνισμού και έγραφε στον αδελφό του, Χρύσανθο, λίγο προ του μαρτυρικού του τέλους: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες εβραίοι θέλουν τον θάνατό μου και ένας όχι». Τελικώς, στις 24 Αυγούστου του 1779, ο Κούρτ Πασάς, δωροδοκηθείς από τους εβραίους με 2.000 χρυσά νομίσματα, έδωσε εντολή να κρεμάσουν τον Άγιο.

Μετά τον Ρωσσο-τουρκικό πόλεμο, (1876-1878), γίνεται πλέον φανερό σε όλους το επικείμενο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τουρκαλβανική ελίτ, ανησυχεί εντόνως για το μέλλον της, την απώλεια της εξουσίας και των προνομίων της και καλλιεργεί την δημιουργία «αλβανικής» εθνικής συνειδήσεως. Μέχρι τότε, κανείς δεν είχε μιλήσει περί «Αλβανών» και «Αλβανίας». 

Ένα νέο ανύπαρκτο φυλετικά και ιστορικά κατασκευάζεται εκ του μηδενός (δεν είναι, λοιπόν, οι Σκοπιανοί ψευτο-Μακεδόνες οι πρώτοι διδάξαντες…). Παραλλήλως, οι Νεότουρκοι του Κεμάλ, οι οποίοι κυριαρχούνται από εξισλαμισμένους εβραίους («Ντονμέδες») και ήσαν όργανα του διεθνούς σιωνισμού και των μασονικών στοών της Ευρώπης, ενθαρρύνουν τους Τουρκαλβανούς στις επιδιώξεις τους. 

Το ίδιο κάνουν κι άλλες μεγάλες δυνάμεις της περιοχής, όπως η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, οι οποίες ήθελαν να πάρουν υπό τον έλεγχόν τους τα εδάφη που σύντομα θα εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί, με την δημιουργία ενός κρατιδίου-προτεκτοράτου. Επιπλέον, οι δυνάμεις αυτές έτρεμαν την δημιουργία μιας Μεγάλης Ελλάδος. Στο άθλιο αυτό παιχνίδι των Ιταλών μπήκε και το Βατικανό, που είχε διεισδύσει στην Ιλλυρία με την μέθοδο του προσηλυτισμού. Οι (σχετικώς λίγοι) καθολικοί της Αλβανίας, ήσαν και εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να είναι όργανα της ιταλικής πολιτικής και του Βατικανού.

Υπ’ αυτές, λοιπόν, τις ευνοϊκές συνθήκες οι Τουρκαλβανοί, υπό την ηγεσία του Ισμαήλ Κεμάλ, εξεγέρθησαν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την άνοιξη του 1912, με αίτημα την αυτονομία τους. Οι Οθωμανοί, βλέποντας ότι έχουν χάσει το παιχνίδι και φοβούμενοι την απώλεια κάθε ελέγχου στην περιοχή, αποδέχονται λίγους μήνες αργότερα το αίτημα των Τουρκαλβανών. Ωστόσο, το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (Ελλάς, Σερβία και Βουλγαρία εναντίον της Τουρκίας), τον Οκτώβριο του 1912, δεν επιτρέπει την υλοποίηση της συμφωνίας. Παρ’ όλα αυτά, οι ηγέτες των Τουρκαλβανών, συνέστησαν συμμορίες κατσαπλιάδων, τις οποίες έθεσαν στην διάθεσιν του Σουλτάνου. 

Όμως, ο ελληνικός στρατός, κατατρόπωσε τα τουρκικά στρατεύματα και τις συμμορίες και απελευθέρωνε την μία πόλη μετά την άλλη. Στις 5 Οκτωβρίου απελευθερώνεται η Νικόπολη, στις 21 η Πρέβεζα, στις 31 το Μέτσοβο και η Χιμάρα, στις 7 Δεκεμβρίου η Κορυτσά. Οι Τουρκαλβανοί, προκειμένου να προλάβουν τις εξελίξεις, ανακηρύσσουν στις 15 Νοεμβρίου, στην Αυλώνα, την ανεξαρτησία της Αλβανίας και σχηματίζουν προσωρινή κυβέρνηση. Λίγες ημέρες αργότερα, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία ανέλαβαν επισήμως την «προστασία» της Αλβανίας, προειδοποιώντας την Ελλάδα να μην τολμήσει να καταλάβει την Αυλώνα. Το νέο έτος (1913) φέρνει νέες νίκες για τον ελληνικό στρατό. 

Στις 21 Φεβρουαρίου απελευθερώνονται τα Ιωάννινα, στις 27 η Πρεμετή, στις 3 Μαρτίου οι Φιλιάτες, το Καλπάκι, το Αργυρόκαστρο και οι Άγιοι Σαράντα, στις 5 το Τεπελένι, Όμως, Ιταλοί και Αυστροούγγροι επεμβαίνουν και πάλι και με ποικίλους εκβιασμούς και απειλές, πετυχαίνουν τον τερματισμό της ελληνικής προελάσεως.

Στις 17 Μαΐου, στο Λονδίνο, υπογράφηκε η Συνθήκη Ειρήνης, μεταξύ της Τουρκίας και των Βαλκανικών κρατών, με την οποία ο Σουλτάνος παραχωρούσε όλες τις ευρωπαϊκές κτήσεις του, εκτός από την Αλβανία. Επίσης, με κοινή συμφωνία, ανατέθηκε στις μεγάλες δυνάμεις ο καθορισμός του μέλλοντος της Αλβανίας και των νήσων του Αιγαίου. Η συνεδρίαση της πρεσβευτικής διασκέψεως των μεγάλων δυνάμεων, άρχισε στις 29 Μαΐου του 1913, και καταρχάς απέρριψε το λογικό ελληνικό αίτημα να αποφασίσουν με δημοψήφισμα οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ηπείρου για το μέλλον τους. 

Ήταν φανερό, ότι, κάποιοι δεν ήθελαν να αποφασίζουν οι ίδιοι οι λαοί για τις τύχες τους. Στην διάσκεψη υπήρχαν δύο αντιμαχόμενες πλευρές. 

Από την μία μεριά,  Ιταλία και Αυστροουγγαρία που υποστήριζαν αναφανδόν την Αλβανία και από την άλλη Γαλλία και Ρωσσία, που υποστήριζαν –μερικώς- τα ελληνικά συμφέροντα.Η Βρετανία έπαιζε τον ρόλο του επιτηδείου ουδετέρου. Εν όψει του αδιεξόδου, στην τελευταία συνεδρίαση της διασκέψεως, στις 29 Ιουλίου, ανακηρύχθηκε επισήμως η ανεξαρτησία της «Αλβανίας» και αποφασίστηκε να γίνει ο ακριβής καθορισμός των συνόρων της στο άμεσο μέλλον, από ειδικήν επιτροπή.
Η αρμοδία επιτροπή άρχισε τις συνεδριάσεις της τις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου. Τελικώς, μετά από διαβουλεύσεις διαρκείας δύο μηνών, στην ιταλική πόλη Φλωρεντία, αποφασίστηκε να παραχωρηθεί στην Αλβανία ολόκληρη η Β. Ήπειρος! Εν τω μεταξύ, οι μεγάλες δυνάμεις διορίζουν βασιλέα της Αλβανίας τον Γερμανό πρίγκιπα Γουλιέλμο του Βηντ. Έναν μήνα αργότερα, στις 5 Δεκεμβρίου 1913, παρά τις ελληνικές διαμαρτυρίες, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, που επισημοποίησε τα νέα σύνορα Ελλάδος-Αλβανίας, που είναι ταυτόσημα με τα σημερινά. Οι ελληνικές αντιρρήσεις κάμφθηκαν μετά από έναν ωμό εκβιασμό που μας έκαναν οι μεγάλες δυνάμεις, ότι αν δεν αποχωρούσε ο ελληνικός στρατός από την Β. Ήπειρο, δεν θα ανεγνώριζαν την ελληνική κυριαρχία επί των νήσων του Αιγαίου. 

Έτσι, στις 8 Φεβρουαρίου 1914, ο Ε. Βενιζέλος ανακοίνωσε την απόσυρση του στρατού μας από την Β. Ήπειρο.

Στο άκουσμα της επαίσχυντης συμφωνίας, ο βορειοηπειρωτικός ελληνισμός ξεσηκώνεται. Συστήνονται τάχιστα επιτροπές αυτοάμυνας και συγκροτούνται ένοπλα σώματα για την προστασία των Ελλήνων, μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Παραλλήλως, λαϊκές συνελεύσεις στην Χιμάρα –όπου επικεφαλής των Ελλήνων ήτο ο ξακουστός Σπυρομήλιος-, στο Αργυρόκαστρο, στο Δέλβινο και στους Αγίους Σαράντα, ανακηρύσσουν την αυτονομία των περιοχών αυτών. 

Σχηματίζεται μια κυβέρνηση υπό τον φλογερό πατριώτη Γεώργιο Ζωγράφο, Γενικό Πολιτικό Διοικητή Ηπείρου και στις 17 Φεβρουαρίου ανακηρύσσεται στο Αργυρόκαστρο η αυτονομία της Β. Ηπείρου. Οι στιγμές είναι ιστορικές. Αλλά, στις 15 Απριλίου, οι «μεγάλες» δυνάμεις, μαριονέττες στα χέρια των διεθνών σιωνιστικών συμφερόντων, μαχαιρώνουν πισώπλατα την Ελλάδα και με κοινή διακοίνωση απαιτούν την άμεση αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Η Ελλάς υπέκυψε στον εκβιασμό και μέχρι το τέλος του μηνός απέσυρε όλες τις στρατιωτικές της δυνάμεις από την προαιώνια ελληνική γη της Β. Ηπείρου. 

Αμέσως μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, οι τουρκαλβανικές συμμορίες οργάνωσαν επιδρομές στις πόλεις και τα χωριά της Β. Ηπείρου. Όμως, οι Έλληνες δεν το’ βαλαν κάτω και πέρασαν στην αντεπίθεση. Μετά από τις συνεχείς ήττες των τουρκαλβανών, η κυβέρνηση της Αλβανίας πείσθηκε ότι δεν μπορεί να καθυποτάξει τον βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό και φοβούμενη τα χειρότερα ζήτησε την έναρξη διαπραγματεύσεων. 

Οι διαπραγματεύσεις που έγιναν κατέληξαν στις 4 Μαΐου του 1914, στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, που ανεγνώριζε την ελληνικότητα των επαρχιών Κορυτσάς και Αργυροκάστρου και κατοχύρωνε την αυτονομία τους. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που ήθελαν οι Βορειοηπειρώτες αδελφοί μας, ήταν όμως το πρώτο βήμα προς την μελλοντική εθνική τους αποκατάσταση. Αλλά, το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, δεν έμελλε να εφαρμοσθεί στην πράξη. Κατ’ αρχάς, αμέσως μετά την υπογραφή του, ξεσηκώθηκαν οι Τουρκαλβανοί του Εσάτ Πασά κατά του βασιλέως, με αποτέλεσμα την εκθρόνισή του. Έπειτα, τον Ιούλιο του 1914, ήρθε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατά την διάρκεια του πολέμου, ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε και πάλι νικητής και τροπαιούχος στην Β. Ήπειρο, αλλά με μεταγενεστέρα απόφαση των «συμμάχων» μας, απεχώρησε και πάλι. Το ίδιο έγινε και κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, με τα ίδια δυστυχώς αποτελέσματα.


Συμπέρασμα: Η  διεκδίκησις των ελληνικότατων εδαφών της Β. Ηπείρου, είναι «ιερά και απαράγραπτος», όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει στην βουλή των Ελλήνων, την 30/05/1961, ακόμα και ο Γεώργιος Παπανδρέου! Βεβαίως, για να έρθει η λευτεριά στην Β. Ήπειρο και τις υπόλοιπες σκλάβες πατρίδες, πρέπει πρώτα απ’ όλα να υπάρχει στην Ελλάδα ΕΘΝΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ, κι όχι θλιβερά ανδρείκελα πρόθυμα για κάθε προδοσία! Κι όταν μιλάμε για εθνική ηγεσία, εννοούμε την Χρυσή Αυγή στην εξουσία!

(Διαχρονικό κείμενο του Γ. Δημητρακόπουλου, 
Συνταξιούχου Εκπαιδευτικού)

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Όσα Novartis και να φέρουν οι Τσιπροκαμμένοι, το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων δεν κάμπτεται!

ΕΠΤΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΚΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΑΣ

Επτά στους δέκα Έλληνες διαφωνούν με τη χρήση του όρου «Μακεδονία» από τους Σκοπιανούς, σύμφωνα με πανελλαδική δημοσκόπηση που έκανε η εταιρεία “Interview”, για λογαριασμό της «Βεργίνα Τηλεόραση».

Πιο συγκεκριμένα, το 70% των Ελλήνων δεν επιθυμεί καμία χρήση του ονόματος Μακεδονία από το κράτος των Σκοπίων, ενώ το 62% δεν θα δεχόταν μια σύνθετη ονομασία με χρήση του όρου Μακεδονία ούτε στην περίπτωση που οι Σκοπιανοί προχωρούσαν σε αλλαγή στο Σύνταγμά τους και στις αναφορές περί «Μακεδονίας του Αιγαίου» στα σχολικά βιβλία.

Επιπλέον, το 80% των ερωτηθέντων συμφωνεί με τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία ενώ εννιά στους δέκα χλευάζουν τις επίσημες ανακοινώσεις της αστυνομίας για τον αριθμό όσων συμμετείχαν στο συλλαλητήριο της Αθήνας.

Άρα, όσες Novartis και να φέρουν οι Τσιπροκαμμένοι, το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων δεν κάμπτεται!