Ο διασημότερος της οικογένειας και ένας από τους πιο διακεκριμένους ήρωες του Εικοσιένα.
Ήταν γιος του Κίτσου και πολέμησε μαζί του σ` όλες τις μάχες. Τη στρατιωτική σταδιοδρομία του άρχισε στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε στο γαλλικό στρατό ως υπαξιωματικός. Διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822) και μετά μαζί με το Μαυροκορδάτο και άλλους κλείστηκε στο Μεσολόγγι, όπου οργάνωσε την άμυνα της πόλης με 360 οπλοφόρους.
Έτσι όταν στα τέλη του Οκτωβρίου 1822 οι Τούρκοι με αρχηγούς τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή άρχισαν την Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου, αλλά κατόρθωσε να λύσει την πολιορκία και να προξενήσει μεγάλη φθορά στον εχθρό, ιδίως κατά τη φυγή του προς τον Αχελώο, στο πλημμυρισμένο ρεύμα του οποίου πνίγηκαν 500 Τούρκοι. Μετά τη λύση της πολιορκίας του Μεσολογγίου η κυβέρνηση τον διόρισε αρχιστράτηγο της Δ Στερεάς.
Όταν όμως οι άλλοι οπλαρχηγοί έδειξαν φανερά τη ζηλοτυπία τους και απαίτησαν από την κυβέρνηση ανάλογες προαγωγές, τότε ο Μ. έσκισε μπροστά τους το διοριστήριο λέγοντας:
"Όποιος είναι άξιος, παίρνει το χαρτί του στρατηγού στον πόλεμο". Μετά το επεισόδιο αυτό με 350 Σουλιώτες χτύπησε στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου την εμπροσθοφυλακή των Τούρκων, που αποτελούνταν από 5.000 άνδρες με αρχηγό τον Τζαλαδήμπεη.
Η επίθεση έγινε τη νύχτα της 9/8/1823, την ώρα που ο εχθρός κοιμόταν αμέριμνος στο στρατόπεδό του. Ο πανικός και η φθορά των Τούρκων ήταν φοβερή. Στην προσπάθεια του όμως ο Μ. να συλλάβει αιχμάλωτο τον ίδιο τον Τζαλαδήμπεη, χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στο μέτωπο και σκοτώθηκε. Οι σύντροφοι του βαθιά λυπημένοι, πήραν το σώμα του αρχηγού τους και το έθαψαν με μεγάλες τιμές στο Μεσολόγγι.
ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΤΡΟΜΠΕΗΣ
ή ΠΕΤΡΟΣ
Γεννήθηκε το 1770 και πέθανε το 1848. ΄Ηταν ο πιο γνωστός από την οικογένεια των Μαυρομιχάληδων και ο τελευταίος ηγεμόνας της Μάνης. ΄Ηταν γιος του Πιέρου Μαυρομιχάλη.
΄Ηταν επιβλητικός με μεγάλες ικανότητες. Κατόρθωσε να συμφιλιώσει την οικογένεια των Μαυρομιχάληδων που τσακωνόντουσαν συνέχεια.
Οταν ξεκίνησε η Επανάσταση το 1821, ο Πετρόμπεης παρέμεινε στη Μεσσηνία αλλά διέθεσε γιούς και αδελφούς στις μάχες που γινόντουσαν στην Μεσσηνία. Εκλέχτηκε πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας στη συνέλευση των Καλτετζών, προσπαθώντας να συμβιβάσει τους στρατιωτικούς και τους Κοτσαβάσηδες.
Ο γιός του δολοφόνησε τον Καποδίστρια και ο ίδιος φυλάχτηκε στο Ναύπλιο. Στα χρόνια του βασιλιά ΄Οθωνα έγινε σύμβουλος επικρατείας.
Στην αποτυχημένη επανάσταση του 1769, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήρθε σε προστριβή με τον απεσταλμένο στην Ελλάδα της Μεγάλης Κατερίνης, Ναύαρχο Θεόδωρο Ορλώφ. Ο Μαυρομιχάλης κατηγόρησε το ναύαρχο και την Κατερίνη πως αφού ξεσήκωσαν τους ΄Ελληνες, τώρα τους αφήνανε στην τύχη τους. Ο Ορλώφ άρχισε να ειρωνεύεται το Μαυρομιχάλη.
Τότε ο Μπέης της Μάνης δεν κρατήθηκε και του λέει:
- Κι αν έχεις στις διαταγές, όλες τις στρατιές της Τσαρίνας είσαι δούλος γυναίκας. Εγώ όμως είμαι αρχηγός λαού ελεύθερου, κι αν είμαι ακόμα ο τελευταίος του γένους, η ζωή μου αξίζει πιο πολύ από τη δική σου.
Περίφημη Σουλιώτισσα, γυναίκα του Γεώργιου Μπότση. ΄Εμενε σ' ένα πύργο, στου Δημούλα, στο χωριό Ρηνιάσα το 1803.
Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών στο Ζάλογγο, πήγαν πεντακόσιοι Τουρκαρβανίτες στη Ρηνιάσα. Η Δέσπω βρισκόταν εκείνη τη μέρα στον πύργο με άλλα δέκα μέλη της οικογενείας της, αδύναμα. Οι γιοί της και ο άνδρας της έλειπαν. Για να μην σκλαβώσουν οι Αρβανίτες την ίδια και όσους ήταν μαζί της, αφού βέβαια πολέμησε πρώτα εναντίον τους, έβαλε μπαρούτι στον πύργο και κάηκαν αυτή, οι νύφες της και τα εγγόνια της. Η θυσία και η πράξη αυτή της Δέσπως, αποτέλεσε τον πυρήνα του περίφημου δημοτικού τραγουδιού:
ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ
Αχός βαρύς ακούγεται,
πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μην σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ'αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε
στου Δήμουλα τον πύργο.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ
Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.
Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος.
Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές:
Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ».
Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα.
Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο.
Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.
Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα.
Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη.
ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (ΔΙΚΑΙΟΣ)
Γεννήθηκε το 1788 στη Μεσσηνία και σκοτώθηκε στο Μανιάκι το 1825 πολεμώντας εναντίον των Τούρκων.
Αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 από τους πιο σπουδαίους. ΄Ηταν κληρικός, αλλά πριν ακόμη αρχίσει η Επανάσταση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Φιλική Εταιρεία. Οι ενέργειές του όμως θύμωσαν τους Τούρκους και διέταξαν τη σύλληψή του.
Το 1820 κατέβηκε στην Πελοπόννησο για να κηρύξει την Επανάσταση. Οι πρόκριτοι της περιοχής αντέδρασαν και τον περιόρισαν σ'ένα μοναστήρι κοντά στο Αίγιο. Δραπετεύοντας με λίγους μοναχούς άρχισε να επιτίθεται στους Τούρκους και έτσι ανάγκασε τους προκρίτους να πάρουν μέρος στην Επανάσταση.
Πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις και ήταν πληρεξούσιος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. ΄Εγινε Υπουργός Εξωτερικών και Αστυνομίας, πολέμησε το στρατό του Δράμαλη στα Δερβενάκια και τον Ιμπραήμ στο Μανιάκι όπου και σκοτώθηκε. Λέγεται ότι ο Ιμπραήμ ζήτησε το πτώμα του και φίλησε το νεκρό.
Τα άρματα του Παπαφλέσσα
Το γιαταγάνι του ήταν του βοεβόδα της Καλαμάτας, Αρναούτογλου κι έγραφε πάνω "Αρναούτογλου-Γρηγόριος Δίκαιος Παπαφλέσσας".
Το καριοφίλι του ήταν στολισμένο. Το κοντάκι είχε φίλντισι κι εκεί που αρχίζει η κάννη απ'τη μια έγραφε το όνομά του κι απ'την άλλη είχε σκαλισμένη τη μορφή του Παπαφλέσσα. Αυτό βαστούσε όταν έπεσε ηρωϊκά στο Μανιάκι. Εκεί βρέθηκε ύστερα από κάποιον ΄Ελληνα. Σχεδόν μόνο το κοντάκι σώθηκε κι αυτό κατατσακισμένο απ'τις σπαθιές που δέχτηκε σ'εκείνη τη γιγαντομαχία.
Στα 1900 το αγόρασαν από κάποιον οι απόγονοι του Παπαφλέσσα και βρίσκεται πια στα χέρια τους.
ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ

Δευτερότοκος γιος του Φώτου κι εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα. Γεννήθηκε στο Σούλι το 1801. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου είχαν καταφύγει πολλοί Σουλιώτες, μετά το 1803.
Εικοσάχρονος γύρισε στο Σούλι και υπέγραψε και αυτός τη συμφωνία με τους Αρβανίτες Αγαδομπέηδες, φίλους του Αλή Πασά, στις 11 Γενάρη του 1821.
Επολέμησε κατά των σουλτανικών στρατευμάτων που είχαν πολιορκήσει τον Αλή. Μετά τον έστειλαν οι Σουλιώτες στην Ιταλία να συναντήσει τον Ιγνάντιο και να ζητήσει πολεμοφόδια, πληροφορίες και συμβουλές, γιατί πλησίαζε ο καιρός του γενικού ξεσηκωμού των Ελλήνων. Γυρίζοντας από την Ιταλία το Σούλι είχε παραδοθεί στους Σουλτανικούς.
Γι'αυτό αναγκάστηκε να βγει στο Αιτωλικό, όπου είχαν πάει κι άλλοι Σουλιώτες. Κλείστηκε στο Μεσολόγγι μαζί με τους λίγους Σουλιώτες που είχε ο Μάρκος Μπότσαρης και πολέμησαν κατά την πρώτη πολιορκία.
Μετά την αποχώρηση τότε του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυόνη, και με υποκίνηση του Μαυροκορδάτου, επήγε με τριακόσιους περίπου Σουλιώτες προς τ' 'Αγραφα όπου ήρθαν σε ρήξη με το Γ. Καραϊσκάκη. Εγύρισαν πίσω μαζί με το θείο του Ζυγούρη Λάμπρου Τζαβέλα και τον Μάρκο Μπότσαρη στο Καρπενήσι όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος.
΄Υστερα ο Κίτσος με τον Ζυγούρη, τους Σουλιώτες και με άλλα ελληνικά σώματα έπιασαν την Καλιακούδα. Τότε σκοτώθηκε ο Ζυγούρης Τζαβέλας και έγινε αρχηγός ο Κίτσος Τζαβέλας.
Στην δίκη του Γ. Καραϊσκάκη το 1824, παρά την προσβολή που του είχε κάνει τον υπερασπίστηκε. Πήρε μέρος στη μάχη της Αμπλιανής όπου νίκησαν και στη μάχη στο Κρεμμύδι όπου απέτυχαν. Αν και ήταν αντίθετος με τον Κολοκοτρώνη, τελικά τον υποστήριξε γιατί η αδερφή του Κίτσου παντρεύτηκε τον γιο του Κολοκοτρώνη.
Αφού ήταν συμπέθερος του Κολοκοτρώνη πιάστηκε και φυλακίστηκε. ΄Οταν όμως ο βασιλιάς ΄Οθωνας ενηλικιώθηκε, τους ελευθέρωσε και τους δύο.
Ο Κίτσος Τζαβέλας έγινε Υπασπιστής του βασιλιά, Υπουργός Στρατιωτικών και Πρωθυπουργός, παρότι ήταν αγράμματος και ήξερε μόνο να υπογράφει.
Το 1854 όταν ξεσηκώθηκε η Θεσσαλία και η ΄Ηπειρος, ο Κίτσος πήγε στο Μεσολόγγι με σκοπό να βοηθήσει το κίνημα. Εκεί αφού είδε τις ελπίδες του - για απελευθέρωση των περιοχών αυτών - να χάνονται, αρρώστησε και πέθανε στις 9 Μαρτίου του 1855.
ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ (1771-1825)

Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της. Μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της, από τη γέννηση της ακόμη, ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα, λοιπόν, όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει. Γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά, προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα, στα τέλη Απριλίου του 1821,σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση.
«Από της εμφανίσεώς της εις τον Αργολικόν, επί ιδίου πλοίου δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και έπειτα εις το Αργος» γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος, «η φυσιογνωμία της Μπουμπουλίνας καθίσταται η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821. Η δόξα της, που έφτασε μέχρι της εκπλήκτου δια την δράσιν της Ευρώπης, οφείλεται εις πραγματικάς πολεμικάς πράξεις.»
Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους.
Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη.
Η φιλοπατρία υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, δηλαδή της πικρίας της από τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες, για να λάβει μέρος στο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της.
Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825,στο σπίτι του πρώτου της άνδρα, του Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια της Κούτση Ευγενίας, αγαπημένης του γιου της Μπουμπουλίνας. Άδοξο και τραγικό λοιπόν το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη της για την πατρίδα.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΚΑΛΩΦ

Ολοι μας βέβαια ξέρουμε πως η Φιλική Εταιρεία, που οργάνωσε και οδήγησε τους υπόδουλους ΄Ελληνες στην επανάσταση του '21, ιδρύθηκεστην Οδησσό της Ρωσίας, το φθινόπωρο του 1814.
Ιδρυτές της ήταν δύο άσημοι εμποροϋπάλληλοι κι ένας διανοούμενος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Εμμανουήλ Ξάνθος.
Την πρωτοβουλία της ίδρυσης την είχε ο Τσακάλωφ, που σπούδασε στο Παρίσι και ήταν μέλος της "Ελληνικής Εταιρείας" και του "Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου". Για απόδειξη μάλιστα στον Κώδικα της Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, πρώτο βρίσκεται το όνομα του Τσακάλωφ.
Ο Γιαννιώτης Τσακάλωφ, αντίθετα από τους δύο άλλους που είχανε ταπεινό σόι, ήταν παιδί άριστης οικογένειας, από τον περίφημο Τεκελή.
Η ζωή του μοιάζει με μυθιστόρημα. Ο πατέρας πλούσιος έμπορος γουναρικών, ξενιτεύτηκε και ζούσε στη Μόσχα. Η οικογένειά του όμως έμενε στα Γιάννενα. Ο Θανάσης σπούδαζε στο σχολείο του Ψαλίδα.
Μια μέρα ο Μουχτάρ Πασάς, γιος του Αλή Πασά, έβαλε να τον πιάσουν και να τον φέρουν στο σεράι του. Η μάνα του τρέχει και πέφτει στα γόνατα του γείτονά της Ταχήρ Αμπάζη. Αυτός τη λυπήθηκε και της τάζει πως θα την βοηθήσει.
Την ορμηνεύει να παραστήσει την τρελή και να πάει έξω από το σεράι του Βεζύρη να στριγγλίζει. ΄Οταν ο Αλή Πασάς άκουσε τα ουρλιαχτά της, φωνάζει τον Ταχήρ Αμπάζη και τον ρωτά τι τρέχει.
- Είναι Πασά μου μια μισότρελη γυναίκα που ο γιος σου ο Μουχτάρ, της άρπαξε το παιδί της. Την έχω γειτόνισσα και με παλάβωσαν οι φωνές της. Πρόσταξε το γιο σου να της δώσει το παιδί της για να ησυχάσω και 'γω.
΄Ετσι κι έγινε. Τότε ο πατέρας του Τσακάλωφ, τον πήρε στη Μόσχα για να σπουδάσει και μετά τον έστειλε για περισσότερες σπουδές στο Παρίσι.
΄Ετσι ο Τσακάλωφ έγινε ένας σπουδαίος διανοούμενος που μισούσε πολύ τους Τούρκους. Αφού ίδρυσε την Φιλική Εταιρεία έγινε και υπασπιστής στον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.
Σε όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού των Ελλήνων τραγουδούσαν μετά τον όρκο που έδιναν στη Φιλική Εταιρεία:
Φίλοι μου συμπατριώται δούλοι νάμεθα ως πότε των αχρείων Μουσουλμάνων της Ελλάδος των τυρράνων
Ο Τσκάλωφ έλαβε μέρος στην δολοφονία του τυχοδιώχτη Γαλάτη. Το όνομά του γράφεται με χρυσά γράμματα στην Ελληνική Ιστορία διότι ήταν ο πρωτεργάτης της Ελληνικής Επανάστασης. ΄Ενα πατριωτικό εγερτήριο της εποχής εκείνης έλεγε:
Ω παιδιά μου
ορφανά μου
σκορπισμένα εδώ κι εκεί
διωγμένα
υβρισμένα
απ'τα έθνη πανοκεί!
Ξυπνήστε τέκνα
κι ήλθεν η ώρα.
Ξυπνήστε όλα
τρέξατε τώρα
κι 'ήλθεν ο Δείπνος ο Μυστικός!
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ, (1792-1828)

Ο ενδοξότερος από τους Υψηλάντηδες. Ως αξιωματικός του ρωσικού στρατού διακρίθηκε στη μάχη της Δρέστης το 1823 εναντίον του Ναπολέοντα κι εκεί έχασε το δεξί του χέρι. Φλογιζόταν από το πόθο να δει την Ελλάδα ελεύθερη.Μυήθηκε στα μυστικά της Φιλικής και δέχτηκε την αρχηγία του αγώνα που του πρόσφερε η Εταιρεία το 1820. Πριν πεθάνει είχε πάει στη φυλακή, απ'οπου βγήκε το 1827. ΄Ομως οι κακουχίες και οι στεναχώριες της φυλακής, είχαν υποσκάψει την υγεία του και πέθανε μετά από ένα χρόνο στην Βιέννη.
Το τέλος του Αρχηγού
Το Γενάρη του 1828, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άρρωστος από βαριά καρδιακή πάθηση, κληρονομιά της φυλάκισής του, κείται σε κάποιο κρεβάτι του ξενοδοχείου "Χρυσό Αχλάδι", στη Βιέννη. ΄Οσο πάει, μέρα με τη μέρα, όλο και βαραίνει η αρρώστεια του. Το καταλαβαίνει και τη στερνή του παραγγελία δίνει στον υπασπιστή του Λασάνη που τον παραστέκει.
- Να στείλετε, τουλάχιστον, την καρδιά μου στην Ελλάδα.
΄Ανηκε πάντοτε στην πατρίδα μου κι επιθυμώ ν'αποδοθεί στο ελεύθερο χώμα της.
Είναι ένα χειμωνιάτικο δειλινό, στις 19 του Γενάρη. Τώρα πια ο Υψηλάντης με κόπο μπορεί να μιλάει. Σε κάποια στιγμή ο Λασάνης μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας την εφημερίδα "Αυστριακός Παρατηρητής", κι ολόχαρος διαβάζει την είδηση πως ο Καποδίστριας έφτασε στη Μάλτα και μ'εγγλέζικη φρεγάτα έφυγε για την Ελλάδα.
- Δόξα σοι ο Θεός...! κατορθώνει να πει με σβυσμένη φωνή ο Αρχηγός. ΄Υστερα προσπάθησε ν'ανασηκωθεί λίγο. Δεν τα καταφέρνει. Νιώθει εξάντληση και γι'αυτό ζητάει απ'τον υπασπιστή του να του τρίψει λίγο το χέρι. Τότε αρχίζει να σιγοψιθυρίζει:
- Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς...
Δεν πρόκανε όμως ν'αποτελειώσει την προσευχή του. Θόλωσε ο νους του, η γλώσσα του μπλέχτηκε, κι ο άτυχος μονόχειρας αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης γέρνει νεκρός το κεφάλι του
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ