Ποια ήταν όμως η περίφημη
Δημοκρατία της Βαιμάρης...
Το τελευταίο διάστημα ακούμε διαρκώς ότι η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα παραπαίμπει στη περίφημη "Δημοκρατία της Βαιμάρης".
Τι συνέβη στη Γερμανία σ' εκείνη την χρονική περίοδο, αμέσως μετά τον
Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκει την Αυτοκρατορική Γερμανία με το μέρος των ηττημένων. Τη θέση της μοναρχίας παίρνει το Δημοκρατικό πολίτευμα.
Το πολίτευμα αυτό προκύπτει ως αποτέλεσμα των σοσιαλδημοκρατών, των κεντρώων και των φιλελεύθερων. Στη συνέχεια όμως δέχεται επίθεση από ακραίες δυνάμεις των ναζιστών, των εθνικιστών αλλά και των κομμουνιστών.
Παράλληλα αναλαμβάνει να διαχειριστεί την οικονομική κρίση που έχει ξεσπάσει στη Γερμανία, η οποία τελεί υπό ένα καθεστώς ταπεινωτικού ελέγχου από τους νικητές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.
Η Γερμανία, σε αυτή την χρονική περίοδο, μετρά απώλειες εκατομμυρίων ανθρώπων. Το γεγονός αυτό οφείλεται στα νέα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον Α΄Παγκόσμιο (φλογοβόλα, δηλητηριώδη αέρια, τορπίλες από υποβρύχια, βομβαρδιστικά αεροπλάνα) .
Ακολουθεί η υπογραφή της ανακωχής του πολέμου με τη Γερμανία να πορεύεται σε ένα νέο ιστορικό μονοπάτι.
Στα ανατολικά της χώρας, στη γραφική πόλη της Βαϊμάρης ο λαός συνέρχεται σε εθνοσυνέλευση προκειμένου να
δημιουργήσει ένα νέο Σύνταγμα.
Ασυγκράτητοι οι εξεγερμένοι πολίτες και στρατιώτες εκφράζουν έντονα τον ενθουσιασμό τους. Στο συνέδριο συμμετέχουν εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Απαιτούν την άμεση κοινωνικοποίηση όλων των κλάδων της βιομηχανίας, την ανάληψη της διοίκησης του στρατού από το κεντρικό σοβιέτ, την εκλογή των ανωτέρων από τους στρατιώτες, την αποστρατεία μονίμων στρατιωτικών, τη συγκρότηση πολιτοφυλακής.
Επιπλέον αποφασίζουν να καταργήσουν όλους του διακριτούς βαθμούς. Η πράξη αυτή έχει συμβολικό χαρακτήρα κατά του μιλιταρισμού. Ταυτόχρονα «σβήνει» την αντίληψη περί «τυφλής υπακοής».
Βασιζόμενες στις διατάξεις του νέου Συντάγματος οι μετριοπαθείς δυνάμεις της εποχής (σοσιαλδημοκράτες, κεντρώοι και φιλελεύθεροι) επιχειρούν να αποδυναμώσουν το αυταρχικό κράτος. Η καθιέρωση του εκλεγμένου από το λαό Προέδρου λειτουργεί ως αντίπαλο δέος απέναντι στο Ράιχστανγκ. Με αυτό τον τρόπο αποτρέπεται ο κίνδυνος ενός κοινοβουλευτικού απολυταρχισμού.
Κατοχυρώνεται το δικαίωμα στη γενική εκπαίδευση, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, όχι όμως το δικαίωμα της απεργίας.
«Το Σύνταγμα χάρισε στους Γερμανούς περισσότερη πολιτική ελευθερία, αλλά, σε περίπτωση που οι καιροί άλλαζαν προς το χειρότερο, δεν θα ήταν σε θέση να τους τη διασφαλίσει».
Οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να αποτυπώσουν το νέο Σύνταγμα δεν συμπεριλαμβάνουν σε αυτό διατάξεις -φραγμούς στην κατάλυσή του, υπό το φόβο ότι αυτές ισοδυναμούν με επιστροφή στο προηγούμενο αυταρχικό καθεστώς.
Ο Αδόλφος Χίτλερ καταφέρνει να κερδίσει τόσο τη μεσαία όσο και τη μεγαλοαστική τάξη.
Η σημαία της αποδέσμευσης από τη συμφωνία των Βερσαλλιών, η οποία προβλέπει εδαφικές παραχωρήσεις στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Πολωνία, διοίκηση εδαφών από τους νικητές, αποστρατικοποίηση περιοχών, κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, μείωση των επαγγελματιών στρατιωτών, απαγόρευση οπλικών συστημάτων, είναι σηκωμένη ψηλά.
Η ταπείνωση ενός έθνους έδωσε τότε φτερά στους εθνικοσοσιαλιστές. Αναφορικά με την ευγένεια της δημοκρατίας προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να φθάνει σε τέτοιο σημείο που να αφήνει ανοιχτή την πόρτα στους ίδιους τους δολοφόνους της.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Είναι απόγευµα της 9ης Νοεµβρίου 1918.
Στο Ράιχσταγκ του Βερολίνου συνεδριάζει η ηγεσία των σοσιαλδηµακρατών, του µεγαλύτερου τότε κόµµατος της Γερµανίας υπό τον Φρίντριχ Εµπερτ (σαγµατοποιό) και τον Φίλιπ Σάιντεµαν. Είναι βέβαιο πως δεν ξέρουν τι να κάνουν. Η Γερµανία βγήκε ηττηµένη από τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο, ο πρίγκιπας Μαξ της Βάδης, καγκελάριος, έχει παραιτηθεί, ο Κάιζερ έχει εκθρονιστεί και η χώρα κινδυνεύει να βυθιστεί στο χάος.
Λίγα τετράγωνα παρακάτω, κοντά στην Unter den Linden, οι Σπαρτακιστές, µε επικεφαλής τη Ρόζα Λούξενµπουργκ και τον Καρλ Λίµπκνεχτ, ετοιµάζονται να κηρύξουν τη γερµανική σοβιετική δηµοκρατία.
Ξαφνικά ο Σάιντεµαν συλλαµβάνει την «ιδέα»: χωρίς να συµβουλευτεί κανέναν πηγαίνει σε ένα παράθυρο, το οποίο βλέπει στην Koenigsplatz και από εκεί, µπροστά στους χιλιάδες συγκεντρωµένους στην πλατεία, ανακηρύσσει την ίδρυση της ∆ηµοκρατίας που γνωρίζουµε µε την ονοµασία ∆ηµοκρατία της Βαϊµάρης, αφού στο θέατρο της Βαϊµάρης στις 31 Ιουλίου της επόµενης χρονιάς ψηφίστηκε µε µεγάλη πλειοψηφία από την εθνοσυνέλευση το σύνταγµά της.
Η δηµοκρατία αυτή ανακηρύχθηκε «κατά σύµπτωση», και ήταν επόµενο να περάσει από µεγάλες περιπέτειες. Να είναι δηλαδή «ανάπηρη».
Ανησυχητικές οµοιότητες εκείνης της εποχής µε τα όσα συµβαίνουν σήµερα τόσο στη δική µας χώρα όσο και στην Ευρώπη συνολικά.
Η εµπειρία της Βαϊµάρης στοίχειωσε τον νου των ηγετών της µεταπολεµικής Γερµανίας, δηµιουργώντας ένα είδος πολιτικού συνδρόµου σε αντιστάθµισµα του αισθήµατος ενοχής για τις ευθύνες του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου.
Τα όσα συµβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ευρωπαϊκή σκηνή µάς κάνουν να υποπτευόµαστε ότι από το σύνδροµο αυτό δεν φαίνεται να έχει απαλλαγεί εντελώς ούτε η σηµερινή πολιτική ηγεσία της χώρας.
Με τη διαφορά ότι «ανάπηρες» µοιάζουν πλέον οι υπόλοιπες δηµοκρατίες της Ευρώπης.
Η ∆ηµοκρατία της Βαϊµάρης αναδύθηκε µέσα από τις στάχτες ενός µεγάλου πολέµου και διήρκησε δεκαπέντε χρόνια, ως το 1933 που καταλύθηκε µε την ανάδειξη του Χίτλερ σε καγκελάριο.
Είχε να αντιµετωπίσει τις αντιφάσεις µιας χώρας που περνούσε από τη µοναρχία στη δηµοκρατία απροετοίµαστη, ηττηµένη και διηρηµένη.
Οι δύο αρχηγοί του στρατού, ο Χίντεµπουργκ και ο Λούντεντορφ, έριξαν στην πλάτη των σοσιαλδηµοκρατών την ευθύνη για την υπογραφή της ταπεινωτικής για τη Γερµανία Συνθήκης των Βερσαλλιών, και κατά συνέπεια – έστω και µεταφορικά – την ευθύνη για την ήττα, «παραχωρώντας» τους µια εξουσία που τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ασκήσουν.
Αυτό η χώρα θα το πλήρωνε σε πολλα επίπεδα στα χρόνια της ειρήνης που ακολούθησαν: µε την έκρηξη του πληθωρισµού το 1922, που τα επόµενα δύο χρόνια είχε γίνει ανεξέλεγκτος, την κατάληψη από τη Γαλλία της περιοχής του Ρουρ το 1923, την εµφάνιση αποσχιστικών τάσεων στη Βαυαρία και την ανοιχτή σύγκρουση µε το ισχυρότατο κοµµουνιστικό κόµµα.
Το µείγµα παρέµενε εκρηκτικό για χρόνια, µε τις κυβερνήσεις να διαδέχονται η µία την άλλη, ως το 1929 που η Γερµανία σαρώθηκε από το οικονοµικό κραχ.
Τη χρονιά εκείνη οι άνεργοι έφθασαν τα 3.000.000 και τρία χρόνια αργότερα ο αριθµός τους είχε υπερδιπλασιαστεί.
Τα στοιχεία αυτά ίσως αρκούν για να καταλάβει κανείς πώς το εθνικοσιαλιστικό κόµµα, από το 2,6% που είχε λάβει στις βουλευτικές εκλογές της 20ής Μαΐου 1928, έγινε πρώτο κόµµα τρία χρόνια αργότερα, στις 5 Μαρτίου, λαµβάνοντας το 43,9% των ψήφων.