ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΙΜΟΣ BLOG ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΕΤΟΣ 2022, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ



Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του.Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία ...Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».Δεν είναι κακό να μην αισθάνεται κανείς Έλληνας, όπως και να πιστεύει άκριτα, όπου αυτός θέλει, τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι άλλωστε το κάνουν αυτό, κακό είναι να διαστρεβλώνει την αλήθεια με ανύπαρκτες γνώσεις και ψεύδη! ”Το πολιτικό σύστημα θριαμβεύει επειδή είναι μια ενωμένη μειοψηφία που ενεργεί εναντίον μιας διαιρεμένης πλειοψηφίας.”

Τα κόμματα αντανακλούν κοινωνικές πραγματικότητες και ιδεολογικές αφετηρίες. Και μονάχα όταν η ίδια η κοινωνία τα απορρίψει, περνούν στην Ιστορία.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

«Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ»,η χούντα και το πολυτεχνείο.

1973 : 
Δ’ αραβοϊσραηλινός πόλεμος

Σύμφωνα με επιστολή που απέστειλε στο «Βήμα» (2-7-2011), ο πρέσβης της Ελλάδος στην Αίγυπτο, κατά την περίοδο της δικτατορίας, Αντώνιος Κοραντής, η ανατροπή του Παπαδόπουλου, οφείλεται καθαρά στους Αμερικανούς, λόγω της άρνησής του να επιτρέψει την διέλευση και τον ανεφοδιασμό των αμερικανικών αεροπλάνων, που είχαν σαν στόχο την παροχή βοήθειας στο Ισραήλ, κατά τον «Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ» (ή αλλιώς Δ’ αραβοϊσραηλινός πόλεμος), τον Οκτώβριο του 1973…

[...] Κατά την εποχή του τέταρτου Αραβοϊσραηλινού Πολέμου ή, όπως αποκλήθηκε, του «Γιομ Κιπούρ» ή του «Ραμαντάν» -πριν και μετά- ήμουν πρέσβης της Ελλάδας στο Κάιρο, την μεγαλύτερη ελληνική πρεσβεία, τουλάχιστον, κατά τους τότε ιθύνοντας, στη Μέση Ανατολή, στον αραβικό κόσμο και στην Αφρική γενικότερα.

Ο πόλεμος εξερράγη με πρωτοβουλία αποκλειστικά του Σαντάτ-διαφωνώ πλήρως με τον χαρακτηρισμό του ως ανδρός «μετρίου σχήματος»-, όπως προκύπτει από το βιβλίο του«Ιn search of identity» κ.λπ. 

Και αφού ο λόγος περί του αειμνήστου, άκρως φιλέλληνα, προέδρου Ανουάρ ελ Σαντάτ,κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι σ΄ αυτόν, κατ΄ εμέ, οφείλει ο πολύ Κίσινγκερ το βραβείο Νομπέλ της Ειρήνης και οι ΗΠΑ ίσως τη μεγαλύτερη επιτυχία τους στη μεταπολεμική εξωτερική πολιτική τους.

Λίγες ημέρες μετά την έκρηξη του πολέμου, που κατέλαβε εξαπίνης τους Ισραηλινούς -λόγω της Μεγάλης Εορτής των οποίων, του «Γιομ Κιπούρ», ήσαν υποχρεωμένοι σε ακινησία-, με κάλεσε στο γραφείο του επειγόντως ο τότε υπουργός Εξωτερικών και ισχυρός άνδρας του καθεστώτος Ισμαήλ Φάχμικαι με παρεκάλεσε να παρέμβω στην Αθήνα για να βρεθεί Έλληνας εφοπλιστής να διαθέσει πετρελαιοφόρα για τη μεταφορά υγρών καυσίμων από Βεγγάζη στην Αλεξάνδρεια,καθ΄ όσον ήταν αδύνατος, λόγω των πολεμικών γεγονότων, ο ανεφοδιασμός της τελευταίας από τα διυλιστήρια του Πορτ Σουέζ. 

Η Αθήνα αποδέχθηκε το αιγυπτιακό αίτημα και η Αλεξάνδρεια -η περί αυτήν περιοχή είχε κηρυχθεί από τους Ισραηλινούς «πολεμική ζώνη» και όλα τα εμπορικά πλοία που μετέφεραν κυρίως σιτηρά, τα οποία εστερείτο τότε η Αίγυπτος, ανέστρεφαν πρύμναν- ανεφοδιάστηκε πλήρως σε πετρέλαιο.Δεν πρόκειται να αναφέρω το όνομα του διαθέσαντος τα πετρελαιοφόρα εφοπλιστού δι΄ ευνοήτους λόγους. 

Πάντως, η ενέργειά του έσωσε, κατά κάποιον τρόπο, την Αίγυπτο, πράγμα που η τότε κυβέρνησή της ανεγνώρισε, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω.

Μετά μία εβδομάδα περίπου, αν πάντοτε δεν με απατά η μνήμη μου, μου τηλεφώνησαν γύρω στις 11 (23.00) τη νύχτα να μεταβώ τα μεσάνυχτα στο γραφείο του Σαντάτ «για κάτι το κατεπείγον». 

Πράγματι, πήγα στα Ανάκτορα και ο Σαντάτ μού είπε, χωρίς περιστροφές, τα εξής -τα αναφέρω, κατ΄ ανάγκην, περιφραστικά: 

«Πείτε στον ομόλογό μου και συνάδελφον εν όπλοις ότι ο Κίσινγκερ προτίθεται να στείλει αεροπορικώς μεγάλη βοήθεια σε υπερσύγχρονο πολεμικό υλικό στο κινδυνεύον Ισραήλ, και θα ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση την άδεια υπερπτήσεως και προσγειώσεως σε ελληνικά αεροδρόμια των μεταφερόντων το υλικό τούτο αμερικανικών αεροπλάνων. 

Εμείς οι στρατιωτικοί είμεθα τίμιοι άνθρωποι, γι΄ αυτό πιστεύω ότι και ο συνάδελφός μου Έλληνας πρόεδρος θα συγκατανεύσει. 

Όπως βλέπετε, ο αραβικός κόσμος είναι τώρα ενωμένος στον κοινόν αγώνα και ο πρόεδρός σας πρέπει να λάβει τούτο σοβαρά υπόψη και να απορρίψει το αίτημα Κίσινγκερ, άλλως ξεχάστε τον κόσμον αυτόν, με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες για τον Ελληνισμό» 

Επιστρέψας στην πρεσβεία συνέταξα ένα άκρως απόρρητο τηλεγράφημα -διπλής κρυπτογραφήσεως- και το έδωσα γύρω στις δύο το πρωί στους συνεργάτες μου για τα περαιτέρω. Ομολογώ ότι βρέθηκα ενώπιον του μεγαλύτερου διλήμματος της καριέρας μου: 

«Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα»! 

Τελικώς, αναλογιζόμενος τους Έλληνες στις αραβικές χώρες, εισηγήθηκα την αποδοχή του αιτήματος του Αιγυπτίου προέδρου. 

Το τηλεγράφημα είχε πρώτο παραλήπτη τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γ. Παπαδόπουλο, με κοινοποίηση στους Σπ. Μαρκεζίνη και Χ. Ξανθόπουλο-Παλαμά, αντιστοίχως πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.

[...] Όπως πληροφορήθηκα τότε, και οι τρεις προαναφερθέντες συμφώνησαν με την εισήγησή μου και απαγορεύθηκε η διέλευση κ.λπ. Στη συνέχεια, έσπευσα να γνωστοποιήσω στον Αιγύπτιο πρόεδρο τη θετική απάντηση της Αθήνας. Παραλείπω τα λοιπά περί της ευγνώμονης στάσεως του Σαντάτ υπέρ ημών, που ήλθε δυστυχώς να ανακόψει η δολοφονία του (6.10.1981).


Ο αντιπρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ καθόταν κοντά στον Σαντάτ, αλλά κατάφερε να επιβιώσει από την επίθεση. Όταν ανέλαβε την ηγεσία της χώρας, μετά τον θάνατο του Σαντάτ, ο Μουμπάρακ συνέλαβε εκατοντάδες ανθρώπους τους οποίους υποψιαζόταν ότι πήραν μέρος στη συνωμοσία της δολοφονίας του Σαντάτ.

Όλα ξεκίνησαν σιγα σιγα το 1977,όταν ο τότε Πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Αλ Σαντάτ, μεγάλη προσωπικότητα,παγκοσμίου εμβέλειας,σε μια ομιλία του στο Κοινοβούλιο της Αιγύπτου, δηλώνει ότι είναι έτοιμος να μιλήσει παντού, ακόμα και στο Κοινοβούλιο του Ισραήλ, προκειμένου να ξεκινήσει η ειρηνευτική διαδικασία.

Η απάντηση έρχεται από την Κνεσέτ, που τον καλεί να μιλήσει στα μέλη της. Στην ιστορική ομιλία του το Νοέμβριο του 1977 ενώπιον της Βουλής του Ισραήλ, ο Ανουάρ Σαντάτ διατυπώνει την απόφασή του να διαπραγματευθεί τους όρους ειρήνευσης με τους Ισραηλινούς.

Η ομιλία αυτή οδήγησε στις συνομιλίες και τη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ, όπου συναντήθηκαν και συνυπέγραψαν την ειρήνη ο Ανουάρ Σαντάτ από την Αίγυπτο, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκινκαι ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζίμι Κάρτερ.

Γι' αυτή του την πολιτική, ο Σαντάτ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. 

Στις 6 Οκτωβρίου 1981, ενώ συμμετείχε σε μια στρατιωτική εκδήλωση για τη Διώρυγα του Σουέζ, ο Ανουάρ Σαντάτ δολοφονήθηκε από μια ομάδα μουσουλμάνων φανατικών, που ήθελαν να σκοτώσουν τον «προδότη» που συμφιλιώθηκε με το Ισραήλ!

Ο Μουμπάρακ διακρίνεται να κάθεται δίπλα στον τότε Αιγύπτιο πρόεδρο Ανουάρ Σαντάτ.

Ο Σαντάτ έπεσε νεκρός 
και ο Μουμπάρακ έγινε Πρόεδρος της Αιγύπτου


ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ

Μετά την ανάκλησή μου στην κεντρική υπηρεσία, ζήτησε να με δει στο σπίτι του ο μακαρίτης πρέσβης Σπύρος Τετενές,στενότατος φίλος μου. Με υποδέχθηκε με τις λέξεις:«Αντώνη, ξέρεις ότι εσύ έριξες τον Παπαδόπουλο; 

Μου το είπε ο Παλαμάς σοβαρολογώντας!». 

Και μου εξήγησε τι είχε συμβεί: «Στην πρόσφατη Σύνοδο του Συμβουλίου των ΥΠΕΞ του ΝΑΤΟ και κατά την έξοδο από την αίθουσα συνεδριάσεων ο Αμερικανός ΥΠΕΞ κ. Χένρι Κίσινγκερ επλησίασε τον Έλληνα ομόλογό του και κινώντας απειλητικά τον αντίχειρά του είπε υψηλόφωνα: 

“Αυτό που κάνατε με τα αμερικανικά αεροπλάνα, θα το πληρώσετε πολύ ακριβά”».

Τα ίδια μου επανέλαβε ο μακαρίτης υπουργός μου σε τυχαία συνάντηση -και λίγους μήνας προ του θανάτου του- στο γνωστό καφέ της Γενεύης «Αux Αmbassadeurs», προσθέσας τα ακόλουθα: 

«Κατόπιν των όσων σας ανέφερα,τι γνώμη έχετε για την εξέγερση του Πολυτεχνείου που έλαβε χώρα μερικές εβδομάδες αργότερα;». 

Σε απάντησή μου ότι δεν μπορούσα να αποκριθώ, εφάνη εκνευριζόμενος λέγοντάς μου:

«Λυπάμαι, γιατί διπλωμάτης με την εμπειρία σας, δεν αντελήφθη ποίος ήταν όπισθεν της εξεγέρσεως κάτι το ολοφάνερο».Προφανέστατα, υπονοούσε τον αμερικανικό παράγοντα.

[...] Ευελπιστώ, λοιπόν, ότι όσα αποκαλύπτω ανωτέρω θα γίνουν πιστευτά και θα τεθεί τέρμα στην εκμετάλλευση της εξεγέρσεως του Πολυτεχνείου από ορισμένους που συμμετέσχον σε αυτήν, αλλά δεν τη διοργάνωσαν.

Μετά πάσης τιμής,
Α. Ι. Κοραντής
Πρέσβης ε.τ.

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιππούρ, ή αλλιώς Δ' Αραβοϊσραηλινός πόλεμος, που συνέβη τον Οκτώβριο του 1973 αποτέλεσε την άρση της ταπείνωσης που υπέστησαν οι αραβικές χώρες μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967. 

Αυτός είναι και ο τελευταίος της σειράς των Αραβοϊσραηλινών πολέμων. Γιομ Κιπούρ ονομάζεται η ισραηλινή εορτή του Εξιλασμού, ή αλλιώς Ημέρα της Εξιλέωσης.

Πριν τη σύρραξη

Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, το Ισραήλ εκτός από τις εκτάσεις που είχε καταλάβει, όπως τη χερσόνησο του Σινά (Αιγύπτου) και την ανατολική πλευρά του Ιορδάνη (Ιορδανίας) απέκτησε και αρκετά διπλωματικά όπλα, τα οποία χρησιμοποίησε για να αυξήσει την θέση του στην περιοχή. 

Η στάση αυτή υπήρξε αρκετά σκληρή, καθώς η τότε πρωθυπουργός του Ισραήλ Γκόλντα Μέιρ,αρνιόταν συστηματικά ικανοποιητικές παραχωρήσεις προς τα αραβικά κράτη. Επιπλέον, ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου, Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, μετά την ανάκληση της παραίτησής του διατηρούσε πλέον την πολιτική των τριών όχι (όχι στην αναγνώριση του Ισραήλ, στις διαπραγματεύσεις με αυτό και στην ειρήνη) υπό την νέα υφιστάμενη κατάσταση.

Ο Νάσερ άρχισε ένα εντατικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, κατά το οποίο αναπληρώθηκε όλο το στρατιωτικό υλικό που χάθηκε στον Πόλεμο των Έξι Ημερών μέσα σε δύο χρόνια. 

Κύριος προμηθευτής αυτών των εξοπλισμών,βεβαίως με αντισταθμιστικά οφέλη ήταν η ΕΣΣΔ, η οποία και ενίσχυσε με επιπλέον 3.000 στρατιωτικούς συμβούλους στο Κάιρο, ανεβάζοντας τον τότε αριθμό των Σοβιετικών στρατιωτικών στους 20.000. 

Τον Ιούλιο του '69 εγκαινιάστηκε από τον Νάσερ ο Πόλεμος της Φθοράς δημιουργώντας σποραδικές συγκρούσεις μικρής κλίμακας στην ανατολική όχθη της διώρυγας του Σουέζ σε αντιστάθμιση παρόμοιων δραστηριοτήτων των Ισραηλινών. 

Ωστόσο το σχέδιο αυτό έπαψε με τον θάνατο του Νάσερ τον Σεπτέμβριο του 1970.

Ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ανουάρ Σαντάτ,που ανέλαβε στη συνέχεια πρόεδρος της Αιγυπτιακής Δημοκρατίας,ακολούθησε τη γραμμή του Νάσερ με μια πιο συντηρητική όμως πολιτική. 

Τον Ιανουάριο του 1971 ο μεσολαβητής του ΟΗΕ στην περιοχή, Γκούναρ Γιάρινγκ, σε συνεννόηση με την κυβέρνηση Νίξον και τον Χένρυ Κίσινγκερ, ζήτησε υποχωρήσεις και από τις δύο πλευρές. 

Το Φεβρουάριο ο Ανουάρ Σαντάτ, μετά από αμερικανικές υποσχέσεις οικονομικής βοήθειας έδωσε το πρώτο αιγυπτιακό «ναι» σε διαπραγματεύσεις. Από το Ισραήλ η Μέιρ, έδωσε αρνητική απάντηση, κατηγορώντας τον Γιάρινγκ και τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Θαντ, ότι απαιτούσε την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τις νεοκατεχόμενες περιοχές στην προ του '67 εποχή.

Έτσι από το καλοκαίρι του 1972 άρχισαν οι δημόσιες απειλές, της Αιγύπτου και της Συρίας (προέδρου Άσσαντ) προς το Ισραήλ.

Ο αιφνιδιασμός της 6ης Οκτωβρίου

Η νέα συνοριακή μεθόριος Αιγύπτου - Ισραήλ εκτεινόταν στα 145 χλμ., ενώ της Συρίας - Ισραήλ σε 64 χλμ. 

Μετά τον πόλεμο του '67 οι Ισραηλινοί δημιούργησαν οχυρώματα στην διώρυγα του Σουέζ. Οι οχυρώσεις αυτές πήραν το όνομα «Γραμμή Μπάρ-Λεβ». Καθώς η διώρυγα του Σουέζ δημιουργούσε φυσικές οχυρώσεις, από τα πλευρικά αναχώματα, οι Ισραηλινοί έκαναν έργα εκβάθυνσης των αναχωμάτων, ενώ έχτιζαν περιμετρικά ένα τσιμεντένιο οχύρωμα κάθε 7-10 χλμ, με περίμετρο 300 μέτρα, προστατευμένα από συρματοπλέγματα και ναρκοθετημένες περιοχές. 

Η λάσπη και η άμμος που μαζεύονταν συσσωρεύονταν στην ανατολική όχθη, δημιουργώντας υψίπεδα ύψους 20 μέτρων και βάθους 10 μέτρων.

Στις αρχές Οκτωβρίου του 1973 η διεύθυνση Πληροφοριών του Ισραηλινού στρατού (AMAN) και ο αρχηγός της υποστράτηγος Έλι Ζέιρα, συνέταξαν μια έκθεση, η οποία έμεινε στην ιστορία ως το μεγαλύτερο φιάσκο στην ιστορία των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. 

Το συμπέρασμα της έκθεσης ήταν πως οι πιθανότητες αραβικής επίθεσης ήταν ελάχιστες, παρόλο που οι δημόσιες απειλές των αράβων γίνονταν συχνότερες, και ο βασιλιάς της Ιορδανίας υποδείκνυε το αντίθετο. 

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου υπήρξε πληροφόρηση από πληροφοριοδότη, πως ο πόλεμος ήτανε σίγουρος, και τα ισραηλινά στρατεύματα άρχισαν τις κινητοποιήσεις.

Στις 13:55 
άρχισε η αιγυπτιακή επίθεση. 

Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα της άμμου χρησιμοποιήθηκαν αντλίες νερού που άλλαξαν την ροή του νερού και αύξησαν την στάθμη με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η συσσωρευμένη άμμος. Τα αιγυπτιακά άρματα πέρασαν το κανάλι μέσω πλωτών γεφυρών, ενώ αλεξιπτωτιστές έπεσαν στα νώτα της γραμμής άμυνας των ισραηλινών. 

Ταυτόχρονα υπήρξε αεροπορική και αντιαεροπορική κάλυψη. Μέχρι την 8η Οκτωβρίου οι Αιγύπτιοι είχαν προελάσει σε βάθος μόλις 6 χλμ. Παράλληλα άρχισε και η συριακή επίθεση. 

Τα συριακά στρατεύματα με μπουλντόζες και εξοπλισμό ανίχνευσης ναρκών προωθήθηκαν στην ουδέτερη ζώνη, εξαναγκάζοντας σε μερικές περιπτώσεις τους ισραηλινούς να υποχωρήσουν στα προηγούμενα σύνορά τους.

Η εξέλιξη του πολέμου

Παράλληλα οι αραβικές χώρες του OPEC επέβαλαν εμπορικό αποκλεισμό στις εξαγωγές πετρελαίου προς αμερικάνικες εταιρείες, και μείωση των εξαγωγών κατά 5% κάθε μήνα προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, δημιουργώντας έτσι την Α' πετρελαϊκή κρίση. 

Παρόλα αυτά στο συριακό μέτωπο οι ισραηλινές δυνάμεις σημείωσαν αξιοσημείωτη πρόοδο απωθώντας τους Συρίους από την ουδέτερη ζώνη, παραμένοντας αγκυστρωμένοι στα υψίπεδα του Γκολάν.

Στις 8 Οκτωβρίου υπήρξε η πρώτη επίθεση των ισραηλινών, με σκοπό να δημιουργήσουν ρήγματα στην αιγυπτιακή επίθεση, χωρίς όμως τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Επιπλέον υπήρξε και αμερικάνικη επιχείριση μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Ισραήλ από αμερικανικά αεροπλανοφόρα που έπλεαν τότε στην ανατολική Μεσόγειο.

Στο συριακό μέτωπο από τις 11 μέχρι τις 14 Οκτωβρίου, οι ισραηλινές δυνάμεις απώθησαν τις συριακές προς τη Δαμασκό, η οποία όμως ενισχύθηκε με 30.000 Ιρακινούς και 500 άρματα.

Στις 14 Οκτωβρίου, άρχισε η μεγαλύτερη μάχη αρμάτων μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην οποία έλαβαν μέρος περίπου1.000 αιγυπτιακά οχήματα εναντίον περίπου 800 ισραηλινών.Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Ισραηλινών μετά την νίκη τους στη μάχη.

Την 15η Οκτωβρίου, τέθηκε σε εφαρμογή η επιχείρηση Valiant, που επιδίωκε την αποκοπή των αιγυπτιακών στρατευμάτων από τους δρόμους ανεφοδιασμού τους. 

Ισραηλινοί στρατιώτες πέρασαν στη δυτική όχθη του Σουέζ. Μέχρι τις 21 Οκτωβρίου η αιγυπτιακή 3η στρατιά είχε μόνον έναν δρόμο ανεφοδιασμού τον οποίο αμύνονταν.

Τέλος στις 22 Οκτωβρίου από τις 18:00 έγινε γνωστό πως θα πρέπει να επιβληθεί κατάπαυση του πυρός.

Η λήξη του πολέμου

Τις τελευταίες μέρες του πολέμου οι δυτικές χώρες τις Ευρώπης αρχίζουν διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός. Όσο οι Ισραηλινοί έκλειναν τον κλοιό γύρω από την 3η αιγυπτιακή στρατιά, οι σοβιετικοί πίεζαν για κατάπαυση του πυρός, με την από κοινού με τις ΗΠΑ παρέμβαση. 

Ωστόσο η κατάπαυση του πυρός καθυστερούσε με αποτέλεσμα, περίπου 90-100 σοβιετικά πολεμικά πλοία να κατευθύνονται στη Μεσόγειο, ενώ αμερικανικά ραντάρ εντόπισαν σε ένα από αυτά ίχνη πυρηνικών κεφαλών.

Τελικά στις 22 Οκτωβρίου, μετά από αμερικανοσοβιετικό ψήφισμα, η Συρία επέστρεψε στα προπολεμικά σύνορά της,ενώ η Αίγυπτος ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο στις δύο όχθες του καναλιού του Σουέζ, καθώς και μια λωρίδα γης στη δυτική όχθη του Σινά. Στα νέα αυτά σύνορα στη συνέχεια εστάλησαν ειρηνευτικές δυνάμεις από τον ΟΗΕ.

Στις 24 Οκτωβρίου ψηφίστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας κατάπαυση του πυρός.Μερικές σποραδικές επιχειρήσεις μετά την 26η του Οκτώβρη διακόπηκαν μετά από παρέμβαση των Σοβιετικών. 

Στις 28 Οκτωβρίου υπήρξαν απευθείας συνομιλίας ανάμεσα σε Αιγυπτίους και Ισραηλινούς, όπου και υπογράφθηκε η τελική εκεχειρία που οδήγησε στη διάσκεψη της Γενεύης. 

Στις 18 Ιανουαρίου οι Ισραηλινοί αποδέχτηκαν να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από την ανατολική όχθη του καναλιού του Σουέζ.

Αποτέλεσμα

Από εκείνη την εποχή υπήρξαν στενότερες συνομιλίες μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, με αποτέλεσμα να λυθούν οι διαφορές τους με τη συνδρομή του αμερικανού προέδρου Τζίμι Κάρτερ στις 5 Σεπτεμβρίου του 1978 και οι Ισραηλινοί να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο του Σινά. 

Επιπλέον ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ είχε και ελληνική εμπλοκή, καθώς ο δικτάτορας της Χούντας, Γεώργιος Παπαδόπουλος, αρνήθηκε την διέλευση και χρήση των αεροδρομίων της Σούδας και Ελευσίνας από τους Αμερικανούς προς συνδρομή των Ισραηλινών, σε αντίθεση μ’ εκείνη της ελεύθερης παραχώρησης του εθνικού εναέριου χώρου, των ελληνικών χωρικών υδάτων και της χρήσης των πολεμικών αεροδρομίων το 1967. 

Συνέπεια αυτού ήταν η γνωστή διαδοχή του Παπαδόπουλου από τον Δ. Ιωαννίδη και η ανάληψη της Προεδρίας από τον στρατηγό Φ. Γκιζίκη.

Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ 
(6 - 26 Οκτωβρίου 1973)

Τόπος: Χερσόνησος του Σινά, Υψίπεδα του Γκολάν

Μαχόμενοι: Ισραήλ - Αίγυπτος, Συρία, Ιράκ

Αρχηγοί:


Ισραήλ: Μοσέ Νταγιάν, Νταβίντ Ελάζαρ, Ίσραελ Ταρ, Χαίμ Μπαρ-Λεβ

Αίγυπτος: Σαάντ Ελ-Σάζλυ, Μουσταφά Τλας, Ανουάρ Σαντάτ

Συρία: Χαφέζ Αλ-Άσαντ, Αχμέντ Ισμαήλ Αλί

Δυνάμεις:

Ισραήλ: 415.000 στρατιώτες, 2300 άρματα μάχης, 3000 ΤΟΜΠ, 945 πυροβόλα, 561 αεροπλάνα, 84 ελικόπτερα, 38 πλοία

Αίγυπτος: 800.000 στρατιώτες (300.000 αναπτύχθηκαν, 80.000 πέρασαν), 1700 άρματα μάχης (1.020 πέρασαν), 2400 ΤΟΜΠ, 1120 πυροβόλα, 400 μαχητικά αεροσκάφη, 140 ελικόπτερα, 104 πλοία

Συρία: 150.000 στρατιώτες (60.000 αναπτύχθηκαν), 1.400 άρματα μάχης, 800–900 ΤΟΜΠ, 600 πυροβόλα, 350 αεροπλάνα, 36 ελικόπτερα, 21 πλοία

Ιράκ: 30.000 στρατιώτες, 250-500 άρματα μάχης, 500 ΤΟΜΠ, 200 πυροβόλα, 73 αεροπλάνα 

Μπόλαρης :
Η Μοσάντ και η προδοσία της Κύπρου, 1974


Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΝΤΕΡΤΙΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΨΕΥΤΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ






Επαναστάτες στη θεωρία είναι πολλοί, αλλά επαναστάτες στην πράξη είναι λίγοι!

Τι να μας πει, λοιπόν, ο ψευτοεπαναστάτης Κουφοντίνας, ο οποίος προσκύνησε το καθεστώς που δήθεν πολεμούσε, εκλιπαρώντας για μια διήμερη άδεια (μάλιστα επέστρεψε στη φυλακή και μιάμιση ώρα νωρίτερα του προβλεπομένου, για να δείξει πως είναι… καλό παιδί);

Επαναστάτης γνήσιος ήταν ο αείμνηστος Στρατηγός Νικόλαος Ντερτιλής, ο οποίος ποτέ μέχρι τον θάνατό του δεν είχε υποβάλλει αίτημα για άδεια (αλλά ούτε και για αποφυλάκιση…), για «να μην νομιμοποιήσει το καθεστώς» – όπως απαντούσε σε όσους του το έθεταν θέμα.


Μάλιστα, όταν πέθανε ο γιός του Στρατηγού και ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης επικοινώνησε με τον αναπληρωτή διευθυντή των φυλακών Κορυδαλλού και του είπε πώς σε περίπτωση που ο Στρατηγός υποβάλλει άδεια να παραστεί στην κηδεία, να του δοθεί και να μεταβεί με διακριτική επιτήρηση και συνοδεία και χωρίς χειροπέδες, εκείνος αρνήθηκε καν να υποβάλλει αίτηση, δηλώνοντας πώς δεν θα προδώσει ποτέ και για κανέναν λόγο τις επαναστατικές του αρχές. Ούτε για την κηδεία του παιδιού του!

Σκληρό μεν, αλλά έτσι είναι οι πραγματικοί Επαναστάτες!



Αντίοχος

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟΣ : Ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ.


Ο Κομμουνισμός ήταν ένα όνειρο, που από τα πολύ παλαιά χρόνια γεννήθηκε στην φαντασία ορισμένων ανήσυχων ανθρωπιστών. Αυτοί σχεδίασαν μέσα στη σκέψη τους μια ιδεώδη ανθρώπινη κοινωνία, στην οποία τα μέλη της θα απολάμβαναν μια ολοκληρωμένη ελευθερία, τόσο απέναντι στις υλικές τους ανάγκες όσο και απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Ο Κομμουνισμός, με άλλα λόγια, ήταν μια ουτοπική κοινωνία τοποθετημένη στα βάθη του μέλλοντος, στην οποία δεν θα υπήρχε πια ούτε φτώχεια, ούτε εκμετάλλευση, ούτε οι κοινωνικές αδικίες, συγκρούσεις και πόλεμοι. Την ιδανική αυτή κοινωνία την φαντάστηκαν πρώτοι, διάφοροι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και αργότερα αρκετοί στοχαστές της Αναγεννήσεως και νεότεροι πολιτικοί και διανοούμενοι.

Το όνειρο αυτό προσέλκυε πάντα πολύ κόσμο, γιατί ήταν ένα καταφύγιο όχι μόνον των ανθρωπιστών αλλά και των κάθε λογής αδικημένων ή αποτυχημένων, των αδύνατων ή ανίκανων, των ουτοπιστών και των ιδεαλιστών και ενός πλήθους άλλων ανθρώπων που τους συναντούμε σε όλες τις ιστορικές εποχές και σε όλες τις κοινωνίες να αναζητούν το τέλειο ή την δικαιολόγηση των προσωπικών τους ατυχημάτων ή, τέλος, την διέξοδο από τις ποικίλες ατομικές ή μαζικές νευρώσεις τους. Το όνειρο της ιδεατής τέλειας κοινωνίας είχε πάντοτε και θα έχει, φυσικά, πλούσιο έδαφος για να αναπτυχθεί και θα βρίσκει πάντα μεγάλο αριθμό οπαδών ή θυμάτων για να προσελκύσει...
Φυσικά, ο καθένας απ' αυτούς σχεδίαζε αυτή την φανταστική κοινωνία με τον δικό του τρόπο. Επρόκειτο περισσότερο για μια αυθόρμητη ενστικτώδη φάση, προερχόμενη από την αείζωη επιθυμία του ανθρώπου για κάτι το καλύτερο. Παρ' όλα αυτά όμως, στα άπειρα σχέδια για την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκουμε σχεδόν πάντοτε ορισμένα κοινά βασικά γνωρίσματα. Αυτά είναι οι βασικές επιδιώξεις του πανάρχαιου σοσιαλιστικού ονείρου και συνοψίζονται στα εξής:


α) Κατάργηση της εκμεταλλεύσεως.

β) Καθιέρωση της υπερδημοκρατίας μέσα στην οποία να σβήσει το κράτος.

γ) Εξάλειψη των τάξεων.

Καρλ Μαρξ


Στα νεότερα χρόνια, οι σοσιαλιστές φιλόσοφοι και οραματιστές, είχαν αρχίσει να δίνουν μια πιο ρεαλιστική εικόνα της ουτοπίας. Με τον Ροντμπέρτους, τον Λασάλ και τον Σεν Σιμόν, ο Σοσιαλισμός είχε αρχίσει να λαμβάνει την σύγχρονη μορφή του με την οποία ουσιαστικά έχει πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιείται στις δυτικές κοινωνίες. Τότε ακριβώς εμφανίστηκε ο Μαρξ, που επηρεασμένος από την αποθέωση της επιστήμης, η οποία εκείνη την εποχή είχε φθάσει στο αποκορύφωμά της, θέλησε να προσδώσει στο σοσιαλιστικό ιδανικό του επιστημονική εγκυρότητα. Ως την εμφάνιση του Μαρξ, ο Σοσιαλισμός ήταν ένα ιδανικό, μια ανθρωπιστική επιδίωξη. Ο Μαρξ, ζώντας σε μια εποχή αποθεώσεως της επιστήμης (θετικισμός του Κοντ) και συνεχούς ανακαλύψεως «νόμων» της Φυσικής, Βιολογίας (Ντάρβιν) κ.λπ., θέλησε να το μετατρέψει σε επιστήμη, να προαγάγει την πίστη του για την άφευκτη έλευση του Σοσιαλισμού, σε ιστορικό νόμο. Επιδόθηκε λοιπόν στην έρευνα και στην ανάλυση της κοινωνίας, όχι για να φθάσει στο οποιοδήποτε συμπέρασμα, αλλά για να κατοχυρώσει επιστημονικά έναν προκαθορισμένο σκοπό: Την αντικατάσταση του προϋπάρχοντος κοινωνικού συστήματος από το κομμουνιστικό.


Όπως ήταν φυσικό, από μια τέτοια έρευνα δεν κέρδισαν ούτε η επιστήμη ούτε το κομμουνιστικό ιδεώδες. Την πρώτη την βίασαν να υπηρετήσει έναν προκαθορισμένο σκοπό. Το δεύτερο, το ακρωτηρίασαν για να χωρέσει στα στενά όρια ορισμένων νόμων, τους οποίους νόμισε ότι ανακάλυψε ο Μαρξ. Ο Μαρξ βίασε την επιστήμη αναγκάζοντάς την να υπηρετήσει τις υποκειμενικές του επιδιώξεις. Εκείνη την εποχή, υπήρχε το ρεύμα του υλισμού. Υλιστική λοιπόν ήθελε την θεωρία του και ο Μαρξ. Και με τον φανατικό μονισμό που τον διέκρινε, ανήγαγε τα πάντα στο πιο υλικό από όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή στην οικονομία. Άλλωστε, η Πολιτική Οικονομία ήταν τότε μια νέα επιστήμη που προσέλκυσε τον Μαρξ. Για τον Μαρξισμό, τα πάντα εξαρτώνται από την παραγωγή, που καθορίζει την όλη εξέλιξη της κοινωνίας. Η παραγωγή είναι η βάση και όλα τα άλλα απλά εποικοδομήματα. Έτσι, σχεδόν όλα όσα συνθέτουν τη ζωή του πολιτισμένου ανθρώπου, υποβιβάσθηκαν σε υποπροϊόντα της παραγωγής.
Ο Μαρξ, αναζητώντας το μοναδικό κλειδί που θα ερμήνευε τα πάντα, έβαλε το όλο μέσα στο επί μέρους. Και για να το καταφέρει, κουτσούρεψε, φυσικά αλύπητα, το όλο. Με βάση το θαυματουργό κλειδί, την παραγωγή, ο Μαρξ προσπάθησε να ερμηνεύσει κάθε κοινωνικό φαινόμενο. Έτσι, επεσήμανε μερικές τάσεις της κοινωνίας του 19ου αιώνα, τις όποιες ανήγαγε σε νομοτέλειες με αιώνια και απεριόριστη ισχύ, που οδηγούσαν, δήθεν, εξ αρχής την κοινωνία στον Κομμουνισμό. Αυτή η προσπάθεια ενός φανατικού ιδιοφυούς να στριμωχθεί με κάθε θυσία, η πορεία της κοινωνίας σε ένα μοναδικό αυλάκι με προκαθορισμένες εκβολές, όπως ήταν φυσικό, γέννησε όχι μόνον μία επιστήμη αλλά ένα δόγμα, μια νέα θρησκεία. Σ' αυτή τη θρησκεία, τον ρόλο του θεού τον παίζει μια δύναμη απρόσωπη, εξωανθρώπινη, χωρίς αισθήματα, που λέγεται «νομοτέλεια».
Από τη μαρξιστική νομοτέλεια απορρέουν τα πάντα. Η αστική κοινωνία, κατά τους μαρξιστές, θα ανατραπεί, όχι γιατί είναι κακή για τον άνθρωπο, αλλά γιατί αυτό απαιτεί η νομοτέλεια. Και ο Κομμουνισμός θα επικρατήσει οπωσδήποτε, όχι γιατί είναι δικαιότερο σύστημα, αλλά γιατί αυτό ορίζει η νομοτέλεια της κοινωνικής αναπτύξεως.
Ως τότε, οι λεγόμενοι ουτοπιστές σοσιαλιστές ζητούσαν τον Σοσιαλισμό στο όνομα του δικαίου και της ηθικής, για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τον άνθρωπο. Αυτός ήταν το κέντρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Με τον Μαρξισμό τα πράγματα άλλαξαν. Ο άνθρωπος έχασε κάθε αυθύπαρκτη αξία και έγινε παιχνιδάκι στα χέρια της νομοτέλειας, από την οποία ξεκινούν και στην οποία καταλήγουν τα πάντα. Έτσι, ο Σοσιαλισμός μετατρεπόμενος σε Μαρξισμό έχασε τον άνθρωπο.
Μ' αυτόν τον τρόπο, κατασκευάσθηκε η κομμουνιστική θεωρία, που υποστηρίζει τα εξής: Η παραγωγή αναπτύσσεται σύμφωνα με ορισμένες νομοτέλειες και καθορίζει όλη την κοινωνική εξέλιξη. Μέσα στη διαδικασία της παραγωγής δημιουργούνται οι διάφορες κοινωνικές τάξεις και ξεσπά μεταξύ τους ένας αδιάκοπος πόλεμος. Αυτή η πάλη των τάξεων, αποτελεί την κινητήριο δύναμη που σπρώχνει την Ιστορία προς τα εμπρός. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της αναπτύξεώς τους, οι παραγωγικές δυνάμεις δεν συμβιβάζονται πια με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις (δηλαδή τις σχέσεις των διαφόρων τάξεων μέσα στην παραγωγή). Η σύγκρουση αυτή, μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, προκαλεί την κοινωνική επανάσταση με αποτέλεσμα την ανατροπή ολοκλήρου του κοινωνικού εποικοδομήματος και την αναπροσαρμογή του, σύμφωνα με την καινούργια οικονομική βάση. Έτσι, κατά τρόπο νομοτελειακό με την συνεχή συγκέντρωση του κεφαλαίου, την εξόντωση των μεσαίων τάξεων και την συνεχή εξαθλίωση του προλεταριάτου, που θα καταστεί η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, θα έρθει μοιραία η ώρα, που θα τεθεί το ζήτημα της αλλαγής των αστικών παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή της ανατροπής ολόκληρης της αστικής κοινωνίας. Τότε, το προλεταριάτο κατά τρόπο νομοτελειακώς προκαθορισμένο και ανεξάρτητο από την θέλησή του, θα εξεγερθεί, θα ανατρέψει τον υπερώριμο και παρηκμασμένο Καπιταλισμό και θα εγκαθιδρύσει τον Κομμουνισμό.
Κατασκευάζοντας την παρά πάνω θεωρία, ο Μαρξ έχανε τον άνθρωπο· νόμιζε όμως ότι κερδίζει την επιστήμη. Στην πραγματικότητα, δεν έγινε ούτε και αυτό, γιατί οι νόμοι που ανακάλυψε ο Μαρξ, δεν ήταν παρά απλές τάσεις του Καπιταλισμού γύρω στα 1850, και μάλιστα δεν ήταν ούτε όλες, ούτε οι σπουδαιότερες από τις τάσεις του Καπιταλισμού εκείνης της εποχής. Απόδειξη, ότι δεν είναι αυτές πού επικράτησαν και δεν είναι αυτές που διαμόρφωσαν την σύγχρονη κοινωνία. Πράγματι, κανείς από τους νόμους του Μαρξ δεν επαληθεύθηκε· π.χ. οι νόμοι του περί συνεχούς εξαθλιώσεως του προλεταριάτου, περί της απολύτου συγκεντρώσεως του κεφαλαίου, περί της εξαλείψεως των μεσαίων στρωμάτων κ.λπ.
Διαψεύσεις του Μαρξισμού


Ο Μαρξ διαψεύσθηκε απολύτως, γιατί μετατρέποντας τις τάσεις ή τους παράγοντες της κοινωνικής εξελίξεως που επεσήμανε, σε απόλυτους νόμους με αιώνια ισχύ, κατέστρεψε τον πυρήνα της αλήθειας που περιείχαν· λ.χ. σωστά επεσήμανε την σημασία του οικονομικού παράγοντος στην οικονομική εξέλιξη, αλλά κατέστρεψε την αξία της ανακαλύψεως του, γιατί υπερέβαλε, μέχρι παραλογισμού, την σημασία της.


Όλες οι προβλέψεις του Μαρξισμού διαψεύσθηκαν. Οι μικρές επιχειρήσεις και τα μεσαία στρώματα επέζησαν. Οι προλετάριοι αντί να εξαθλιώνονται, ζουν όλο και καλύτερα (οι πραγματικές αποδοχές των εργατών του δυτικού κόσμου πολλαπλασιάστηκαν ενώ ο εργάσιμος χρόνος μειώθηκε). Οι οικονομικές κρίσεις ξεπερνιούνται. Η παραγωγή στον δυτικό κόσμο δεν ελαττώθηκε, αλλά αντιθέτως μεγαλώνει συνεχώς και ο κομμουνιστικός κόσμος αποδείχτηκε ανίκανος να την φτάσει, παρά την έλλειψη δισταγμών στην εκλογή των μέσων που χρησιμοποιούσε για την ανάπτυξη της οικονομίας του. Η τεχνική εξέλιξη στη Δύση, κάθε άλλο παρά σταμάτησε. Σε καμιά αστική χώρα του κόσμου δεν ξέσπασε η προλεταριακή επανάσταση (η Ρωσία, η Κίνα και η Γιουγκοσλαβία, δεν ήσαν αστικές χώρες). Μάλιστα, όσο πιο αστική ήταν μια χώρα τόσο πιο ισχυρή είναι η κοινωνία της και τόσο πιο ασήμαντη η κομμουνιστική διείσδυση σ' αυτήν (Η.Π.Α., Αγγλία, Γερμανία, κ.λπ.). Η ίδια η Ρωσική Επανάσταση δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παταγώδη διάψευση του Μαρξισμού. Ο Μαρξισμός έβλεπε τον Κομμουνισμό σαν διάδοχο του Καπιταλισμού. Ο Μαρξ έλεγε ότι ένα πρόβλημα τίθεται αντικειμενικά μόνον όταν έχουν ήδη ωριμάσει ή ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για την επίλυσή του.
Έτσι, ο Κομμουνισμός θα ερχόταν στις πιο ανεπτυγμένες, από καπιταλιστική άποψη, χώρες, εκεί όπου το καπιταλιστικό σύστημα θα είχε διαγράψει ολόκληρη την τροχιά του. Στη Ρωσία όμως δεν υπήρχε καν Καπιταλισμός και συνεπώς δεν υπήρχε καμία απολύτως από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για την επίλυση του προβλήματος της διαδοχής του. Οι λενινιστές όμως, προχώρησαν στην επανάστασή τους, δηλαδή σε μια τυχοδιωκτική ενέργεια, με την οποία παραβίασαν τις πιο στοιχειώδεις αρχές της μαρξιστικής κοινωνικής νομοτέλειας. Οι λενινιστές, επεχείρησαν να εγκαθιδρύσουν τον Κομμουνισμό σε μια φεουδαρχική χώρα, όπου δεν υπήρχε κανένα ζήτημα διαδοχής ενός ανύπαρκτου Καπιταλισμού. 
Ο Μαρξ έγραφε ότι: «Μια κοινωνία δεν μπορεί, ούτε να υπερπηδήσει με ένα άλμα, ούτε να καταργήσει με διατάγματα τις φάσεις της φυσιολογικής της αναπτύξεως». Ο Λένιν, που παρουσιαζόταν σαν πιστός μαθητής του, επεχείρησε αυτό το τυχοδιωκτικό άλμα. Στις 7 Νοεμβρίου (25 Οκτωβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1917, ο Λένιν δεν επιβεβαίωσε την μαρξιστική θεωρία, αλλά την διάψευσή της. Δεν είδε τον Κομμουνισμό σαν φυσιολογικό καρπό μιας ιστορικής διεργασίας, αλλά απλώς επωφελήθηκε από μια δυνατότητα ν' αρπάξει την εξουσία. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο ότι η λεγόμενη μεγάλη «Οκτωβριανή Επανάσταση», δεν μοιάζει καθόλου με την μεγαλειώδη εξέγερση τεραστίων μαζών, που είχε προφητεύσει ο Μαρξ και που θα ανέτρεπε μια υπερώριμη, για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, αστική κοινωνία. Η Ρωσική Επανάσταση, στην πραγματικότητα ήταν ένα πραξικόπημα λίγων οπλισμένων συνωμοτών που ανέτρεψαν μαζί με τη νεαρή ρωσική δημοκρατία και τον Μαρξισμό.
Κατάλογος διαψεύσεων του Μαρξισμού


1) Ο Μαρξ και ο Ένγκελς περίμεναν από στιγμή σε στιγμή το 1848 την καταστροφή του Καπιταλισμού. Όταν το επαναστατικό κύμα του 1848 πέρασε και ο Καπιταλισμός έμεινε στη θέση του, ο Μαρξ και ο Ένγκελς διακήρυξαν ότι η καταστροφή του θα πραγματοποιούνταν με την πρώτη οικονομική κρίση. Αλλά και αυτή η αποκάλυψη δεν πραγματοποιήθηκε.


2) Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» προφήτευε το τέλος του εθνικισμού το 1848, όμως υπήρξε μάρτυρας της μεγαλύτερης εθνικιστικής εξορμήσεως στην ιστορία της Ευρώπης, και ο 20ός αιώνας, μας απέδειξε ότι ο εθνικισμός εξακολουθούσε να είναι μία από τις μεγαλύτερες αιτίες για τις οποίες εκατομμύρια άνθρωποι ήταν έτοιμοι να δώσουν και την ζωή τους. Σήμερα ο εθνικισμός διαδόθηκε από την Ευρώπη όπου γεννήθηκε, στην Ασία, την Αφρική και την Λατινική Αμερική, που στην εποχή του Μαρξ δεν ήξεραν ούτε καν την έννοια του έθνους. Το εθνικό αίσθημα αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα τρωτά της σοβιετικής αυτοκρατορίας, η οποία στον δυτικό κόσμο εκμεταλλεύονταν τα κινήματα του εθνικισμού που ο Μαρξισμός είχε προφητεύσει την εξαφάνισή του.
3) Σύμφωνα με τους μαρξιστές, το καπιταλιστικό σύστημα αποτελείται από διάφορα στοιχεία που είναι τόσο συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε να μη επιτρέπεται καμιά αλλαγή. Το σύστημα δεν θα μπορούσε ούτε να βελτιωθεί ούτε να μεταρρυθμιστεί. Δεν θα μπορούσε να εξελιχθεί. Η μόνη δυνατότητά του θα ήταν να περιπλακεί και να καταργηθεί. Τα ελαττώματα της βιομηχανικής κοινωνίας, ο Μαρξισμός τα είδε σαν αναπόσπαστα συστατικά στοιχεία του συστήματος, που είναι ανίκανο να τα έξουδετερώσει. Το σύστημα λοιπόν δεν μπορούσε ν' αλλάξει μόνο του. Η αντικατάστασή του μπορούσε να γίνει μόνο με βίαιο τρόπο και μόνο από την εργατική τάξη, η οποία έχει την ιστορική αποστολή να ανατρέψει τον Καπιταλισμό. Αυτό όμως δεν έγινε.
4) Κατά τον Μαρξ, ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών επιφέρει μια συνεχή συγκέντρωση του κεφαλαίου σε όλο και λιγότερα χέρια, μια καταστροφή των μεσαίων τάξεων και μια συνεχή εξαθλίωση του προλεταριάτου. Η προφητευθείσα από τον Μαρξ πόλωση της κοινωνίας σε μια χούφτα υπερπλούσιων εκμεταλλευτών και σε μια τρομακτική μάζα εξαθλιωμένων προλετάριων, δεν πραγματοποιήθηκε. Οι μεσαίες τάξεις δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αντιθέτως πολλαπλασιάσθηκαν. Το βιομηχανικό προλεταριάτο δεν αποτέλεσε το σύνολο της κοινωνίας, αλλά έχασε σε αριθμό. Και αντί να εξαθλιωθεί, αντίθετα βελτίωσε την ζωή του και απέκτησε οικονομική και πολιτική ισχύ, «αποπρολεταροποιούμενο» συνεχώς. Οι κοινωνικές τάξεις δεν πολώθηκαν, αλλά έγιναν περισσότερο ρευστές και σε σημαντικό βαθμό εξισώθηκαν.
5) Αποτέλεσμα της ανωτέρω προαναφερθείσας κοινωνικής πολώσεως θα είναι να ξεσπάσει η προλεταριακή επανάσταση εκεί όπου έχει περισσότερο αναπτυχθεί ο Καπιταλισμός. Η ιστορία όμως έφερε επαναστάσεις που επικαλέστηκαν το όνομα του Μαρξ μόνο σε υπανάπτυκτες χώρες που βρίσκονταν στις παραμονές ή στα πρώτα στάδια της εκβιομηχανίσεώς των, σε χώρες απομονωμένες από τη βιομηχανία της Δύσεως και με ολοκληρωτικά καθεστώτα.
6) Ένα άλλο πράγμα που θα εξήγειρε τον Μαρξ, αν μπορούσε να ξαναζήσει σήμερα, είναι η σειρά των βιομηχανικών επαναστάσεων που ακολούθησαν τη βιομηχανική του επανάσταση. Αυτό που ο Μαρξ περιέγραψε σαν βιομηχανική επανάσταση ήταν η εξέλιξη από τη μικρή βιοτεχνία στη μανιφακτούρα (μικρό εργοστάσιο που χρησιμοποιεί κυρίως την ανθρώπινη ενέργεια) και από την χρησιμοποίηση της δυνάμεως του άνεμου, του νερού, των ζώων και των ανθρώπων, στην χρησιμοποίηση της δυνάμεως του ατμού. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση όπως αποδείχτηκε είναι ατελείωτη. Ο Μαρξ νόμισε ότι η βιομηχανική κοινωνία έφθασε στο τέλος της εξελίξεώς της το 1848, όταν απήγγειλε την καταδίκη της. Και όμως σήμερα η βιομηχανική κοινωνία βρίσκεται ακόμη στην αρχή της αναπτύξεως των παραγωγικών της δυνάμεων. Από τότε που ο Μαρξ κήρυξε το τέρμα του Καπιταλισμού, αυτός έφερε τον ηλεκτρισμό, τις μηχανές εσωτερικής καύσεως, την συνθετική χημεία, τις ηλεκτρονικές συσκευές, τον αυτοματισμό, την ατομική ενέργεια. Και πουθενά δεν φαίνεται το τέλος της βιομηχανικής επαναστάσεως.
7) Αλλά και το κράτος αποδείχθηκε απειθές στις μαρξιστικές προφητείες. Αντί να γίνει το όργανο μιας τάξεως για την καταπίεση της άλλης, όπως το περιέγραψε ο Μαρξ, αυτό δημοκρατικοποιήθηκε, υποτάχθηκε στην πίεση της ψήφου των εργαζομένων και στην γενική πίεση του συνόλου. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα νέου τύπου κράτος που παρεμβαίνει, κατευθύνει και ρυθμίζει την οικονομική ζωή. Το κράτος αυτό περιόρισε τη διάρκεια της εργασίας, καθόρισε τα ελάχιστα όρια των ημερομισθίων, θέσπισε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εισήγαγε την οικονομική νομοθεσία, τις κοινωνικές ασφαλίσεις, τα εργατικά δικαιώματα και εφαρμόζει μία διεργασία κοινωνικοποιήσεως της παραγωγής.
8) Ο Μαρξισμός διδάσκει ότι η οικονομία καθορίζοντας τα πάντα καθορίζει και την πολιτική. Ο 20ός αιώνας όμως απέδειξε το αντίθετο. Ότι δηλαδή η πολιτική τείνει να καθορίσει την οικονομία. Ο ολοκληρωτισμός είναι μία απόπειρα προκαθορισμού της οικονομικής και κοινωνικής διαρθρώσεως και εξελίξεως. Στην εποχή μας, η οικονομία έχει πολιτικοποιηθεί. Στη Θέση μιας αυτόνομης οικονομίας με δικούς της νόμους έχουμε σήμερα μια πολιτικώς ελεγχόμενη και κοινωνικώς ρυθμιζόμενη οικονομία. Η πολιτική καθορίζει την οικονομία με τα δασμολόγια, τον παρεμβατισμό, τις εισαγωγικές και εξαγωγικές ποσοστώσεις, τις νομισματικές ρυθμίσεις, τις επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, τις τιμές ασφαλείας, τη δημιουργία οικονομικών κοινοτήτων, τον προγραμματισμό της οικονομικής αναπτύξεως. Σε τεράστιες περιοχές του κόσμου έχει πραγματοποιηθεί η γενική πολιτικοποίηση της οικονομίας.
9) Αλλά και ο ίδιος ο εργάτης απέρριψε τον ρόλο και την αποστολή που του ανέθεσε ο Μαρξισμός. Ο εργάτης αρνήθηκε να προλεταριοποιηθεί, να έξαθλιωθεί και να επαναστατήσει. Εάν ο εργάτης εμπλέκονταν σε μια ταξική πάλη, όπως την κηρύσσει ο Μαρξισμός, τότε ίσως πραγματικά να μεγάλωνε η εξαθλίωσή του μέσα σε μια αλληλοσπαρασσόμενη κοινωνία. Αλλά το σοσιαλιστικό κίνημα υιοθέτησε άλλους σκοπούς και παραιτούμενο από τον αδιάλλακτο μαρξιστικό ταξικό αγώνα, συνέβαλε σημαντικά στην εξασφάλιση κάποιας ασφάλειας και αξιοπρέπειας για τους εργαζομένους μέσα στο σύστημα που ζουν. Σήμερα οι εργαζόμενοι έχουν γίνει κάτι μέσα στον κόσμο στον όποιον υπάρχουν, αντί να αγωνίζονται να γίνουν το παν σε έναν κόσμο, που υπήρξε μόνον στη φαντασία των ουτοπιστών. Έτσι, το σύνθημα του Μαρξ, ότι οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά μονάχα τις αλυσίδες τους, έπαψε να ισχύει.
Η διάψευση του Μαρξισμού λοιπόν, είναι γενική και καθολική και τίποτε απολύτως από όσα έγραψε ο Μαρξ δεν βοηθάει στην ορθή προσέγγιση των προβλημάτων της εποχής μας. Ο κόσμος μας δεν έχει καμία σχέση, ούτε με τον κόσμο στον οποίον έζησε ο Μαρξ, ούτε με τον κόσμο τον οποίον αυτός προφήτευσε.
Και τώρα τίθεται το ερώτημα: 
Πού οφείλεται αυτή η διάψευση του Μαρξισμού;
Η απάντηση είναι η εξής: Ο Μαρξισμός, σχεδόν σε όλες τις διαπιστώσεις του περιέχει έναν πυρήνα αληθείας, γιατί ξεκίνα από πραγματικές αντικειμενικές παρατηρήσεις. Ο πυρήνας όμως αυτός της αληθείας, καταστρέφεται από την αναγωγή του στο απόλυτο, από την μονόπλευρη υπερβολή και μονομέρεια. Λ.χ. ορθά ο Μαρξισμός επεσήμανε τη σημασία του οικονομικού παράγοντος στη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων. Αλλά η αναγωγή όλων των κοινωνικών φαινομένων σε οικονομικά αίτια και η ανάδειξη της παραγωγής στον μοναδικό πρωταρχικό παράγοντα της ιστορικής εξελίξεως είναι βέβαια μια παραμορφωτική υπερβολή τον Μαρξισμού. Με τον ίδιο τρόπο, ο Μαρξ ενώ ορθά διεπίστωσε ορισμένες τάσεις της εποχής του, όπως την τάση της συγκεντρώσεως του κεφαλαίου, της εξαθλιώσεως του προλεταριάτου κ.λπ., κατέστρεψε την αλήθεια των παρατηρήσεών του ανακηρύσσοντας αυτές τις τάσεις σε αιώνιους νόμους της κοινωνίας.
Μια άλλη αιτία της διαψεύσεως του Μαρξισμού, είναι και η παραγνώριση του ανθρώπου ως βιολογικού, πολιτικού και πνευματικού όντος. Ο Μαρξισμός, με την οικονομική μονομέρειά του είδε τον άνθρωπο μόνο σαν οικονομικό ον, σαν «ζώο που φτιάχνει εργαλεία», σύμφωνα με τον ορισμό του Μαρξ. Το γεγονός αυτό έκανε τον Μαρξισμό ν' αγνοήσει εντελώς όλη την εξωοικονομική δραστηριότητα και ανάμεσα στ' άλλα να αγνοήσει εντελώς και τη δημοκρατία. Και όμως, αυτή η εξωοικονομική δραστηριότητα αποδείχθηκε συχνά πολύ πιο σημαντική από την οικονομική δραστηριότητα του ανθρώπου και σε πάρα πολλές περιπτώσεις καθόρισε την εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων. Η δημοκρατία λ.χ. επέτρεψε στα διάφορα κοινωνικά στρώματα να προβάλουν τα αιτήματά τους, να τα διεκδικήσουν, να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους και έτσι ανέτρεψε εντελώς την επίδραση των τάσεων της εποχής του Μαρξ και οδήγησε την κοινωνία προς κατευθύνσεις εντελώς διαφορετικές από εκείνες που της είχε προδιαγράφει ο Μαρξισμός. Έτσι, για παράδειγμα, ο Μαρξ πρόβλεπε την συνεχή εξαθλίωση του προλεταριάτου λόγω της απληστίας του κεφαλαίου, που δεν γνωρίζει όρια στις εκμεταλλευτικές του διαθέσεις. Με την πολιτική και συνδικαλιστική δημοκρατία όμως, οι εργαζόμενοι όχι μόνον δεν επέτρεψαν στο κεφάλαιο να πραγματοποιήσει τις εκμεταλλευτικές διαθέσεις του, αλλά απεναντίας βελτίωσαν και βελτιώνουν συνεχώς όλο και περισσότερο την οικονομική και κοινωνική τους θέση σε βάρος του κεφαλαίου, ανατρέποντας έτσι εντελώς τον περιβόητο νόμο της συνεχούς εξαθλιώσεως του προλεταριάτου, που διετύπωσε ο Μαρξισμός.
Η πραγματικότητα στη Σοβιετική Ένωση


Η σοβιετική κοινωνία, που ισχυρίζονταν ότι είναι κομμουνιστική, προήλθε, όπως είδαμε, από ένα πραξικόπημα που αποτέλεσε την παταγωδέστερη έμπρακτη διάψευση του Μαρξισμού. Στην φεουδαρχική Ρωσία, που νομοτελειακά χρειαζόταν μια μακρόχρονη περίοδο αστικής και δημοκρατικής αναπτύξεως, ο Μαρξισμός χρησιμοποιήθηκε απλώς σαν μια ιδεολογική πρόφαση, σ' εκείνους που άρπαξαν την εξουσία. Το ρωσικό προλεταριάτο, αδύνατο ποσοτικά και ποιοτικά, χωρίς καμιά μόρφωση και πολιτική πείρα, αποτελώντας μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, δεν μπόρεσε ν' αναλάβει κανέναν ηγετικό ρόλο και πολύ λιγότερο να μετατρέψει τη φεουδαρχική και γραφειοκρατική αυτοκρατορία σε μια ιδεώδη κομμουνιστική κοινωνία. Η ηγεσία της χώρας περιήλθε μοιραία στα χέρια μιας ομάδος επαγγελματιών επαναστατών που αποτέλεσαν την νέα, την κομμουνιστική γραφειοκρατία, που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε μια κλειστή και πανίσχυρη κάστα. Αυτή η νέα άρχουσα τάξη ήταν στη Σοβιετική Ένωση ιδιοκτήτρια του δικτατορικού κράτους και δι' αυτού ιδιοκτήτρια όλων των παραγωγικών μέσων, όλων των αγαθών και όλων των κατοίκων της χώρας. Τα παραγωγικά μέσα δεν δόθηκαν σ' αυτούς που τα δούλευαν, όπως έλεγε ο Μαρξ. Τα πήρε το κράτος, δηλαδή η τάξη που αποτέλεσε τον κρατικό μηχανισμό. Έτσι, η εκμετάλλευση όχι μόνο δεν καταργήθηκε όπως ζητούσε ο Μαρξ, αλλά και αυξήθηκε, γιατί το κράτος σαν μοναδικός και πανίσχυρος εργοδότης επέβαλε χωρίς συζήτηση στους εργαζομένους τους όρους του. Μέσα σ' αυτό το σύστημα, το άτομο χάθηκε, γιατί αντί να καταργηθεί το κράτος όπως πρόβλεπε ο Μαρξ, αυτό πήρε τερατώδεις διαστάσεις. Η παραγωγή έγινε αυτοσκοπός. Παράγονταν όλο και περισσότερο κάρβουνο και ατσάλι, χτίζονταν όλο και περισσότερα εργοστάσια βαριάς βιομηχανίας, εξαπολύονταν όλο και περισσότεροι πύραυλοι. Το σοβιετικό τοπίο ήταν πράγματι επιβλητικό. Μόνο που είναι έρημο. Γιατί έλειπε απ' αυτό ο άνθρωπος, που λησμονήθηκε και που ήταν ο μεγάλος απών του σοβιετικού συστήματος. Ο άνθρωπος που δεν είχε ελευθερία και δικαιώματα, που δεν ζούσε καλύτερα. 

Έτσι, ο ολοκληρωτικός, στενά ταξικός και απάνθρωπος δήθεν επιστημονικός Σοσιαλισμός που λέγεται Μαρξισμός, κατέληξε, όχι στη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά στη δικτατορία εξωπρολεταριακών στοιχείων σε βάρος του προλεταριάτου. Αντί για την αταξική κοινωνία, δημιούργησε την κοινωνία της πολώσεως με τις δύο απόλυτα ξεχωρισμένες και εχθρικές τάξεις: Το εξαθλιωμένο προλεταριάτο και την προνομιούχα γραφειοκρατία.


Φυσικά και ο ίδιος ο Μαρξισμός έπαθε σοβαρές, θανάσιμες αλλαγές. Οι Ρώσοι πιστοί του, τον προσάρμοσαν ελεύθερα στις ανάγκες τους, με αποτέλεσμα να διογκώσουν τα αρνητικά στοιχεία και να εκμηδενίσουν τα θετικά. Κάθε νέος αρχηγός της Μόσχας σε κάθε περίοδο έκοβε και έραβε τον Μαρξισμό, σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντα της νέας κυρίαρχης τάξεως που αντιπροσώπευε και στα δικά του τα μέτρα, και στο τέλος ο Μαρξισμός αντί για πανανθρώπινο ιδανικό και για επιστημονική κοσμοθεωρία, έγινε το ιδεολογικό περικάλυμμα του ρωσικού ιμπεριαλισμού. 
Η κομμουνιστική πρακτική δεν είχε καμμιά σχέση με το παλαιό κομμουνιστικό ιδανικό. Βρίσκονταν στους αντίποδές του. Και η τότε κομμουνιστική θεωρία δικαιολογούσε, συγκάλυπτε και εξωράιζε αυτή την πρακτική, εξυπηρετώντας τον ρωσικό επεκτατισμό. Ο Μαρξισμός δεν πέθανε μόνον κάτω από το ανελέητο ποδοπάτημα του ιστορικού γίγνεσθαι. Πέθανε επίσης και κάτω από τα δολοφονικά κτυπήματα των Ρώσων μαρξιστών.

Από την έκρηξή της η Ρωσική Επανάσταση 
δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει 
καμιά από τις υποσχέσεις της:


1) Υποσχέθηκε γη στους αγρότες, αλλά τελικά τους πήρε και όση είχαν και επέβαλε ένα σύστημα κρατικής δουλοπαροικίας.
2) Υποσχέθηκε διαρκή ειρήνη αλλά έφερε έναν συνεχή πόλεμο εναντίον του ίδιου του λαού στο εσωτερικό και με όλον τον μη κομμουνιστικό κόσμο στο εξωτερικό. Η κομμουνιστική κοινωνία ήταν μία κοινωνία συγκροτημένη έτσι, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός διαρκούς πολέμου προς το εσωτερικό και το εξωτερικό (δικτατορία, πολιτική αστυνομία, προπαγάνδα, πέμπτες φάλαγγες, ειδικός προγραμματισμός της οικονομικής προσπαθείας κ.λπ.).
3) Υποσχέθηκε παραγωγή για την κατανάλωση, δηλαδή προς χάριν των καταναλωτών, αλλά δημιούργησε την παραγωγή προς χάριν του καταπιεστικού κράτους-ιδιοκτήτη-παραγωγού.
4) Υποσχέθηκε αφθονία και έφερε την διαρκή στέρηση όλων των αγαθών που κάνουν τη ζωή πιο ευχάριστη, πιο εύκολη, πιο πολιτισμένη και της δίνουν δυνατότητες και προοπτικές.
5) Το κράτος θα μαραινόταν σιγά—σιγά. Αντί γι' αυτό, δημιουργήθηκε το υπερκράτος. Ο Λένιν είχε υποσχεθεί ότι κάθε μαγείρισσα θα ξέρει τις υποθέσεις του κράτους. Όμως, σοβιετικό κράτος έφθασε να ξέρει τις υποθέσεις και της τελευταίας μαγείρισσας.
6) Υποσχέθηκε ελευθερία και κατάργησε όλες τις ελευθερίες.
7) Υποσχέθηκε τον Παράδεισο των εργατών και έφερε το Σιδηρούν Παραπέτασμα.
8) Υποσχέθηκε την εθνική αυτοδιάθεση και δημιούργησε τη μεγαλύτερη ιμπεριαλιστική αποικιακή δύναμη του 20ού αιώνα.
Με την επέκτασή του έξω από τον ρωσικό χώρο, ο Κομμουνισμός άρχισε να υφίσταται μοιραίες μεταβολές και τροποποιήσεις. Έτσι, είχαμε τον γιουγκοσλαβικό Κομμουνισμό, που διέφερε από τον σοβιετικό στο ζήτημα των εργατικών συμβουλίων που έπαιζαν κάποιον ρόλο στη διεύθυνση της βιομηχανίας και στο ζήτημα των ζαντρούγκας, που διέφεραν σημαντικά από τα σοβιετικά κολχόζ. Στην Γιουγκοσλαβία ο άνθρωπος έπαιζε κάποιον ρόλο μέσα στην οικονομική διαδικασία, υπήρχαν σημαντικοί τομείς ατομικής ιδιοκτησίας, υφίστατο ανταγωνισμός ανάμεσα στις αυτόνομες επιχειρήσεις, υπύρχε διακύμανση των τιμών, η αγορά δεν ήταν κρατικοποιημένη και λειτουργούσε ο νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως. Από πολιτική πλευρά, ο γιουγκοσλαβικός Κομμουνισμός εμφανίζονταν σαν λιγότερο ολοκληρωτικός και η γιουγκοσλαβική κοινωνία παρουσίαζε μικρότερες διαφορές και μεγαλύτερη συνοχή από την σοβιετική.
Επίσης, ο κινέζικος Κομμουνισμός, με τα κοινόβιά του, αποτέλεσε μια σοβαρή αριστερή παρέκκλιση από την σχετικώς «μετριοπαθέστερη» σοβιετική γραμμή.
Ο Μαρξισμός σαν «-ισμός» και ως θρησκεία


Σήμερα, ο Μαρξισμός στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνον σαν ένας «-ισμός». Δεν πρόφθασε να ανακηρυχθεί σε επιστήμη και πέθανε. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, κατά τα τελευταία τους χρόνια ανησύχησαν με την διάψευση των θεωριών τους και άρχισαν τα δύσκολα και απρόθυμα μπαλώματα· με άλλα λόγια την αναθεώρηση (ρεβιζιονισμός) των δογμάτων του. Μετά τον θάνατό τους, το έργο αυτό το συνέχισαν πιο αποφασιστικά άλλοι ρεβιζιονιστές, που είδαν πιο καθαρά τον κίνδυνο του εκφυλισμού του σοσιαλιστικού ονείρου. Τα φωτισμένα σοσιαλιστικά πνεύματα της προοδευμένης Δύσεως ήταν οι πρώτοι σοβαροί ρεβιζιονιστές, που άρχισαν ένα έργο με σκοπό την προώθηση των δημοκρατικών επιδιώξεων του Μαρξισμού, την διατήρηση του επιστημονικού επαληθευμένου τμήματος των αρχών του και την αναπροσαρμογή των μεθόδων για την επίτευξη του Σοσιαλισμού και την ίδια την αντίληψη περί Κομμουνισμού με βάση τις εκπληκτικές εξελίξεις του αστικού δημοκρατικού κόσμου.


Στη Ρωσία όμως, χώρα της ολόπλευρης καθυστερήσεως και του άγριου ταξικού μίσους, εκείνο που κυρίως απέμεινε από τον Μαρξισμό, ήταν οι ιδέες της βίας, της ένοπλης εξέγερσης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, που ο ρωσικός φανατισμός της έδωσε την έννοια της ταξικής εκδικήσεως.
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε την γόνιμη αναθεωρητική προσπάθεια του Μαρξισμού που κατέβαλαν οι σοσιαλιστές των δυτικών χωρών και από την άλλη πλευρά έδωσε την δυνατότητα στους Ρώσους μπολσεβίκους να πάρουν την εξουσία. Αυτό είχε μοιραία αποτελέσματα, γιατί ο Μαρξισμός μετατράπηκε σε Λενινισμό και σε σοβιετικό καθεστώς. Έτσι, οι ρεβιζιονιστές που ακολούθησαν, προγράφηκαν, καταδικάσθηκαν και αποκηρύχθηκαν, ενώ εκείνοι που πήραν την σημαία του Μαρξισμού επέζησαν μόνον με την βοήθεια της παγωμένης ορθοδοξίας ενός δογματικού πιστεύω, μη υποκειμένου πλέον σε καμιά επιστημονική έρευνα, επανεξέταση ή αναθεώρηση.
Πράγματι, από τότε που έπαψε να είναι επιστήμη, η ισχύς του Μαρξισμού βρίσκεται στην άρνηση κάθε έρευνας και στην τυφλή πίστη.
Σαν επιστήμη, ο Μαρξισμός παρήγαγε μόνον ανάπηρα αποτελέσματα, εξακολουθεί όπως πάντοτε να παριστάνει τον ζωντανό και να επιβιώνει σαν ένας «-ισμός». Έτσι, ενώ ο Μαρξισμός μπορεί εύκολα να ανασκευασθεί σαν θεωρία, εξακολουθεί να ζει και να έχει δύναμη που την αντλεί, όχι πια από την σφαίρα των ιδεών, αλλά από την σφαίρα των συγκινήσεων και των συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, ο Κομμουνισμός από ουτοπία επεχείρησε να μετατραπεί σε επιστήμη, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε μια ιδιότυπη σύγχρονη θρησκεία, και σαν τέτοια είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί με λογικά επιχειρήματα.
Οι ηγέτες του Κομμουνισμού σκέφθηκαν ως εξής: Οι παλαιές θρησκείες (και λέγοντας παλαιές εννοούν όλες τις γνωστές ως σήμερα ισχύουσες θρησκείες, όπως ο Χριστιανισμός, ο Μωαμεθανισμός, ο Βουδισμός, Βραχμανισμός και Ιουδαϊσμός) έχουν πλέον ξεπεραστεί και δεν ικανοποιούν τον σημερινό άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως, διαπίστωσαν ότι η θρησκεία δεν είναι προϊόν άγνοιας και δημιούργημα προλογικών μορφών σκέψεως, όπως ισχυρίζεται επισήμως ο Μαρξισμός, αλλά προϊόν μιας φυσικής τάσεως του ανθρώπου, ο οποίος ως σύνολο νιώθει την ανάγκη να πιστεύει. Υπάρχει δηλαδή, σύμφωνα με τους Σοβιετικούς ψυχολόγους, ένα ένστικτο της πίστεως που δημιούργησε τις θρησκείες. Με το ξεπέρασμα των παλαιών θρησκειών, το ένστικτο αυτό μένει κάπως ανικανοποίητο. Είναι λοιπόν μια ευκαιρία για τον Μαρξισμό αφού μάλιστα ως επιστήμη απέτυχε, να εμφανισθεί ως θρησκεία για να καλύψει το κενό που άφησε η παρακμή των άλλων θρησκειών και έτσι, ανεξάρτητα από την ιστορική του διάψευση, να πιάσει γερά στις μάζες και να τις φανατίσει.
Οι Σοβιετικοί ειδικοί μελέτησαν συστηματικά όλες τις «παλαιές» Θρησκείες και διεπίστωσαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που τα συνάντησαν σε όλες. Συμπέραναν λοιπόν, ότι τα χαρακτηριστικά αυτά ανταποκρίνονταν στα αιτήματα του ενστίκτου της πίστεως και συνεπώς εάν ήθελαν να γίνει ο Κομμουνισμός μια σύγχρονη θρησκεία των μαζών θα έπρεπε να φροντίσουν να τα έχει και αυτός.
Για παράδειγμα, η βασική αρχή, ότι το θεμέλιο κάθε θρησκείας είναι η πίστη σε μια εξωανθρώπινη δύναμη η όποια διέπει τα πάντα (Θεός, Ιεχωβάς, Αλλάχ). Η δύναμη αυτή θα έπρεπε να υπάρχει και στον Κομμουνισμό. Και υπάρχει. Μόνο που η ονομασία της είναι κάπως λιγότερο μεταφυσική και περισσότερο επιστημονικοφανής. 
Οι μαρξιστές την λένε «Νομοτέλεια». Σύμφωνα με τον Μαρξισμό, τίποτε απολύτως δεν γίνεται τυχαίως. Τόσο στην φύση και σ' ολόκληρο το σύμπαν, όσο και στην κοινωνία και στην ιστορία, υπάρχουν νομοτέλειες που διέπουν, προκαθορίζουν και διαγράφουν τα πάντα. Όλα ρυθμίζονται επακριβώς από τους φυσικούς, βιολογικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς νόμους, τις νομοτέλειες. Στην φύση, οι Νομοτέλειες δρουν μόνες τους, ενώ οι ιστορικοί νόμοι, δρουν διά μέσου του ανθρώπου. Ό,τι κάνει ο άνθρωπος, δεν το αποφασίζει ελεύθερα ο ίδιος, αλλά του το επιβάλλουν οι ιστορικοί νόμοι. Ο άνθρωπος με την δράση του, μπορεί μόνο υπακούοντας στον ιστορικό νόμο να επιταχύνει κάπως την εφαρμογή του η αντιτασσόμενος σ' αυτόν να την επιβραδύνει ελαφρώς. Αυτός είναι όλος και όλος ο ρόλος του. Συνεπώς η Νομοτέλεια, όπως βλέπουμε, είναι μία εξωανθρώπινη δύναμη η οποία δρα και καθορίζει τα πάντα. Με άλλα λόγια δεν διαφέρει ουσιαστικά από την έννοια του θεού.
Το ίδιο πράγμα όπως με τον θεό και την νομοτέλεια γίνεται και με άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των θρησκειών, τα όποια ξαναβρίσκουμε στον Κομμουνισμό με επιστημονικοφανείς ονομασίες, ή με πιο γήινες, πιο υλικές και συνεπώς πιο προσιτές στον σύγχρονο άνθρωπο εκφράσεις των. Παρατίθεται ένας μικρός ενδεικτικός πίνακας:
ΘρησκείαΚομμουνισμός
ΘεόςΝομοτέλεια
ΠαράδεισοςΠρωτόγονος Κομμουνισμός
Προπατορικό αμάρτημαΑτομική ιδιοκτησία
ΠροφήτεςΟυτοπιστές σοσιαλιστές
ΜεσσίαςΜαρξ
ΑπόστολοιΈνγκελς, Λένιν, Στάλιν
Ιερός τόπος (Ιερουσαλήμ, Μέκκα κ.ά.)Μόσχα
Ιερά κείμενα (Ευαγγέλια, Κοράνι κ.ά.)Κλασικά κείμενα μαρξιστών
ΑιρέσειςΠαρεκκλίσεις
Περιούσιος λαόςΠρολεταριάτο
Δευτέρα ΠαρουσίαΕπανάσταση του προλεταριάτου
ΑφορισμόςΔιαγραφή από το Κομμουνιστικό Κόμμα
Θρησκευτική τελετήΣυνέδριο του κόμματος
Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Κομμουνισμός συγκεντρώνει όλα τα γνωρίσματα των θρησκειών, με τη διαφορά ότι στα γνωρίσματα αυτά έδωσε μια πιο γήινη, πιο υλική και πιο επιστημονικοφανή μορφή, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις τάσεις του συγχρόνου ανθρώπου. Ο Κομμουνισμός προσπάθησε έτσι να γίνει η θρησκεία της βιομηχανικής κοινωνίας, η θρησκεία της εποχής του ατόμου. Τα πλήθη των φανατισμένων οπαδών του και οι ψυχοπαθολογικοί «ήρωές του» δείχνουν ότι εν μέρει το έχει κατορθώσει. Γι' αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μάταιη η ανατροπή του Μαρξισμού με την λογική και την επιστήμη, αφού αυτός δεν είναι πια, ούτε λογική, ούτε επιστήμη, αλλά τυφλή πίστη.
Συμπεράσματα

Σήμερα, εκ των πραγμάτων, δεν υπάρχει πια Μαρξισμός. Τη θέση του είχε πάρει ο Λενινισμός, δηλαδή μία στρατηγική και τακτική για τη χρησιμοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων που γέννησε η βιομηχανική κοινωνία με σκοπό την κατάληψη, διατήρηση και επέκταση της εξουσίας. Η εξουσία αυτή ήταν ολοκληρωτική, μονοκομματική, ταξική και απολυταρχική. Ο Λενινισμός ισχυρίζονταν ότι είναι ο Μαρξισμός της εποχής της εποχής του, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η άρνηση του χρεωκοπημένου Μαρξισμού με μια επιτυχή εμπειρική πράξη. Ας δούμε τι έλεγαν ο Μαρξ και ο Λένιν:

Μαρξ: Η οικονομία καθορίζει την πολιτική.

Λένιν: Η πολιτική καθορίζει την οικονομία.

Μαρξ: Η επανάσταση επέρχεται όταν ο Καπιταλισμός φθάσει στο υψηλότερο σημείο της εξελίξεώς του και ξεσπά στις πιο προηγμένες χώρες.

Λένιν: Η επανάσταση επέρχεται στις χώρες εκείνες όπου ο Καπιταλισμός είναι ασθενέστερος. Η αλυσίδα σπάζει στον ασθενή κρίκο της.

Μαρξ: Η επανάσταση θα γίνει πρώτα στην Αγγλία, ή ίσως στη Γερμανία, ή Γαλλία.

Λένιν: Η επανάσταση γίνεται πρώτα στη Ρωσία και μετά στην καθυστερημένη Ασία και Αφρική.

Μαρξ: Η εργατική τάξη δημιουργεί μόνη της την ταξική της συνείδηση, την θεωρία της, την οργάνωσή της, το κόμμα της, και την επανάστασή της.

Λένιν: Εάν αφεθεί μόνη της η εργατική τάξη, ακολουθεί την αστική σκέψη και δεν αποκτά συνείδηση του εαυτού της. Εκφραστής αυτής της συνειδήσεως δεν είναι η ίδια εργατική τάξη, αλλά ένα πρωτοποριακό κόμμα επίλεκτων επαγγελματιών επαναστατών.


Το κόμμα αυτό μπορεί να πραγματοποιήσει την εργατική επανάσταση, ακόμη και σε μία χώρα όπου δεν υπάρχει εργατική τάξη. Και μπορεί να εγκαθιδρύσει την δικτατορία του προλεταριάτου ακόμη και σε μια χώρα χωρίς προλεταριάτο, όπως συνέβη στην Κίνα, στην Μογγολία, στην Αλβανία, ή στο Βόρειο Βιετνάμ. Στις χώρες αυτές, το κομμουνιστικό κόμμα άσκησε τη δικτατορική του εξουσία εν ονόματι ενός ανυπάρκτου προλεταριάτου· επί μιας κοινωνίας που όχι μόνο δεν ήταν σοσιαλιστική, αλλά είναι και προαστική.
Ο Λενινισμός, συνεπώς, δεν είχε στην πραγματικότητα καμμία επιστημονική σχέση με τον Μαρξισμό. Δεν ήταν παρά μία τεχνολογία αρπαγής, διατήρησης και επέκτασης της εξουσίας και της μετατροπής της σε γενική και απόλυτη κυριαρχία. Ο Λενινισμός ήταν μια συνταγή για την συγκρότηση ενός κόμματος, με σκοπό του την αρπαγή και την αιώνια διατήρηση της εξουσίας. Ήταν μια στρατηγική και τακτική για την αξιοποίηση των διαφωνιών, των αντιθέσεων και των επαναστατικών δυνάμεων που δημιούργησε η Δύση, με σκοπό την ανατροπή και την καταστροφή του ίδιου του δυτικού πολιτισμού. Ο Λενινισμός ήταν μία στρατηγική της ανατροπής που απέβλεπε στην κατάκτηση του κόσμου...
Πηγή: Προσαρμοσμένο κείμενο από άρθρο του περιοδικού «Σοβιετολογία» (Τόμος Β', τεύχος 8, Αύγουστος 1961, πρωτότυπος τίτλος «Ο Μαρξισμός γενικώς, η ανάπτυξις και διάψευσίς του», συγγραφέας Γιώργος Γεωργαλάς)

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Ο αριστερισμός ως άρνηση της πραγματικότητας


Πολύ λίγοι άνθρωποι κάνουν τις σκέψεις που απαιτούνται για να αναλύσουν τα βάθη του αριστερισμού. 

Επιφανειακά, όλοι γνωρίζουμε περί τίνος πρόκειται: 

Μια θεωρία υποτιθέμενης συμπόνιας που υποστηρίζει τον φεμινισμό, την πολυπολιτισμικότητα, καθώς και τα «δικαιώματα» των ομοφυλοφίλων.

Κάτω από την επιφάνεια, ο αριστερισμός αποκαλύπτεται ως θεμελιωδώς μια «ιδεολογία», ή με άλλα λόγια, μια αντίληψη ότι οι ανθρώπινες προτιμήσεις για το πώς ο κόσμος «πρέπει να είναι», είναι πιο σημαντικές από το πώς ο κόσμος πραγματικά λειτουργεί. 

Αυτό επισημοποιήθηκε με τον Διαφωτισμό, ως ιδέα τού «να βλέπεις τον κόσμο μέσα από την ανθρώπινη λογική», όπως εκφράζεται ατομικά.

Ως ιδεολογία, είναι κάτι διαφορετικό από την πραγματικότητα. Λειτουργεί κατά τρόπο δυαδικό: Είναι μια προτεινόμενη ιδέα, στην οποία οι άνθρωποι είτε συμφωνούν ή διαφωνούν. Η διαφωνία σημαίνει ότι η ιδέα δεν θα περάσει και έτσι, αυτή μεταφράζεται ως μια «επίθεση» και μια προσπάθεια θανάτου της ιδέας. Έτσι, οι υποστηρικτές της ιδέας αισθάνονται ότι για λόγους «άμυνας» πρέπει να επιτεθούν σε όσους διαφωνούν.

Αυτό, κάνει την ιδεολογία μολυσματική. 

Εκείνοι που διαφωνούν έρχονται αντιμέτωποι με την εχθρότητα, την οποία το ανθρώπινο κοπάδι μάλλον αποδέχεται. 

Έτσι από την μία είναι οι «φυσιολογικοί» (αριστεροί) και όσοι διαφωνούν είναι οι παρεκκλίνοντες που γρήγορα γεμίζουν ονόματα όπως «ναζί», «φασίστες», «ρατσιστές», «ομοφοβικοί», «σεξιστές», «μισαλλόδοξοι» και άλλα, τα οποία δηλώνουν αποτυχία συμμόρφωσης με τα φανταστικά κοινωνικά πρότυπα.

Η Αριστερά κάνει αυτό που κάνει καλύτερα: 
Αρνείται την πραγματικότητα.

Ιστορικά, o αριστερισμός προέκυψε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και αποτελούνταν από την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι «ίσοι» στις βασικές ικανότητες (η «ισότητα» ως εξισωτισμός) και χρησιμοποιήθηκε για να μετατρέψει έναν ωφελιμιστικό τρόπο σκέψης σε μια πολιτική ηθική.

Ο εξισωτισμός είναι η φωνή του πωλητή που υπόσχεται ουτοπία στους υποψήφιους αγοραστές, αλλά στην πραγματικότητα η βάση του είναι το κέρδος. 

Η «ιδεολογία» κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται έξυπνοι και ισχυροί για το γεγονός ότι χειραγωγούν τον κόσμο για να αντανακλά τις δικές τους προθέσεις και επιθυμίες.

Ως εκ τούτου, ο αριστερισμός αντικαθιστά την ταυτότητα, διότι είναι μια ταυτότητα. Οι αριστεροί θέλουν να ταυτιστούν με τους ισχυρούς, με αυτούς που είναι τολμηροί και αμφιλεγόμενοι, και οι οποίοι επωφελούνται από την κοινωνική δημοτικότητα.

Η ιστορία μάς λέει ότι ο αριστερισμός έχει κυριαρχήσει και όσοι δεν τον ακολουθούν (οι ρητώς διαφωνούντες και οι μη πεπεισμένοι) ωθούνται στην Δεξιά, η οποία προχωρεί τελικά, σε έναν συμβιβασμό με τον αριστερισμό. 

Έτσι, έχουμε μια Δεξιά αποδυναμωμένη που πάσχει από εγγενή αναποφασιστικότητα, φαγωμάρα και άλλες συγχύσεις.

Θα πρέπει να επιστρέψουμε στον ρεαλισμό. Να στηρίζουμε δράσεις πάνω σε αυτό που είναι, σε αυτό που φαίνεται μέσα από την ιστορία και όχι σε αυτό που θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι αλήθεια, μέσα από την ψευδαίσθηση της «ισότητας». 

Το να παραδεχτείς ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και υπάρχουν μέσα σε μια ιεραρχία ικανότητας και ηθικής καλοσύνης είναι σήμερα ένα μαζικό ταμπού, επειδή ακούγεται αντι-κοινωνικό.

Για τους ανθρώπους αυτό που θέλουν να σκέφτονται ότι είναι αλήθεια, γίνεται πιο σημαντικό από αυτό που είναι αλήθεια και πραγματικότητα. Πρέπει να γνωρίζουμε όμως, ότι η πιο κοινή ανθρώπινη τάση είναι η αυταπάτη και ότι η αυταπάτη αυτή ενισχύεται σε ομάδες.

Ως παθολογία, ο αριστερισμός συνίσταται στην άρνηση της ανάγκης μας να κατανοήσουμε τον κόσμο και έχει ως αντεπιχείρημα τον «ανθρωπισμό», την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο σημαντικοί από την πραγματικότητα. 

Ακόμα κι αν αυτή η ιδέα οδηγεί στην καταστροφή πάντοτε, παραμένει το πιο δημοφιλές επιχείρημα που δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο. Ο ρεαλισμός είναι το μόνο προπύργιο εναντίον της.

πηγή: