ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΙΜΟΣ BLOG ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΕΤΟΣ 2022, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ



Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του.Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία ...Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».Δεν είναι κακό να μην αισθάνεται κανείς Έλληνας, όπως και να πιστεύει άκριτα, όπου αυτός θέλει, τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι άλλωστε το κάνουν αυτό, κακό είναι να διαστρεβλώνει την αλήθεια με ανύπαρκτες γνώσεις και ψεύδη! ”Το πολιτικό σύστημα θριαμβεύει επειδή είναι μια ενωμένη μειοψηφία που ενεργεί εναντίον μιας διαιρεμένης πλειοψηφίας.”

Τα κόμματα αντανακλούν κοινωνικές πραγματικότητες και ιδεολογικές αφετηρίες. Και μονάχα όταν η ίδια η κοινωνία τα απορρίψει, περνούν στην Ιστορία.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

ΙΟΥΛΙΟΣ 1974:Προετοιμασίες τών Τουρκων παραμονές της εισβολή τους στην Κύπρο.O υποστηρικτικός ρόλος των Βρετανών.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ "Μαυροσκούφη"-

"Την Τρίτη 16 Ιουλίου 1974, μετά από τετράωρη σύσκεψη στο Γενικό Επιτελείο της Τουρκίας, τροποποιήθηκαν τα υφιστάμενα σχέδια και αποσαφηνίστηκε το τελικό σχέδιο της εισβολής, αυτό ακριβώς που εφαρμόσθηκε. Τούρκος επιτελής:
«Εγκαταλείψαμε το προηγούμενο σχέδιο, που προέβλεπε απόβαση στην περιοχή Μπογάζ, 36 χιλιόμετρα βόρεια της Αμμοχώστου. Και ευτυχώς, διότι πληροφορηθήκαμε εκ των υστέρων ότι οι ‘Ελληνες είχαν λάβει αυξημένα μέτρα εκεί. Απόβαση στον κόλπο Αμμοχώστου θα ήταν επικίνδυνο εγχείρημα.











Οι ΄Ελληνες ήλεγχαν τον δρόμο Αμμοχώστου – Λευκωσίας με πολλές δυνάμεις και, επιπλέον, επειδή ήταν Ιούλιος, υπήρχαν χιλιάδες τουρίστες στην περιοχή. Μερικές εκατοντάδες Τούρκοι στρατιώτες, που θα αποβιβάζονταν σε μία τέτοια πόλη, θα χάνονταν. Γι΄ αυτό επιλέξαμε μία μικρή παραλία δυτικά της Κυρήνειας, παρότι η οροσειρά του Πενταδάκτυλου θα δυσχέραινε την προώθηση.










Αποφασίστηκε επίθεση και από αέρος και από θαλάσσης. Το σχέδιο προέβλεπε δύο φάσεις: τη γραμμή «Σαχίν» (γεράκι) και τη γραμμή «Αττίλα». Τα συντάγματα πεζικού, τα οποία 9α αποβιβάζονταν στην περιοχή Κυρήνειας, 9α ενώνονταν με το τρίγωνο (σ.σ.: εννοεί τον θύλακα), βάθους 22 χιλιομέτρων, το οποίο θα οδηγούσε από την Κυρήνεια στη Λευκωσία».
 
Η Τουρκία ανέθεσε το Βάρος της εισβολής στην 28 και στην 39 Μεραρχίες, καθεμία από τις οποίες διέθετε τρία συντάγματα. Μεγάλος αναλογικά υπήρξε ο αριθμός των Ειδικών Δυνάμεων που διατέθηκαν: μία ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών και ένα σύνταγμα καταδρομών. Τέλος, συμπεριλήφθηκε μέρος της 5ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας και μικρή δύναμη πεζοναυτών, 400 ανδρών.









΄Ολη η προαναφερθείσα δύναμη άγγιζε τους 36-38.000 άνδρες. Από πλευράς αρματικής υποστήριξης, προβλεπόταν η διάθεση 160 αρμάτων Μ-47 και Μ-48. Από αέρος, θα συμμετείχαν 80 μαχητικά αεροσκάφη, από τα οποία τα μισά και πλέον ήταν τύπου Ρ-100.
 
Στις 17 Ιουλίου συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Μερσίνας τα αποβατικά και αρματαγωγά σκάφη που θα μετέφεραν το πρώτο αποβατικό κύμα, τα οποία συναποτέλεσαν το 50 Σύνταγμα Πεζικού της 39 Μεραρχίας, και οι πεζοναύτες. Την ημέρα αυτή μεταφέρθηκαν στη Μερσίνα και φορτώθηκαν στα σκάφη 50 τόνοι πυρομαχικών. Ταυτόχρονα, όλη η τουρκική επικράτεια καταλήφθηκε από πολεμικό παροξυσμό Οι πόλεις σείονταν από ανθελληνικές διαδηλώσεις, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «μουνταχαλέ» (απόβαση), ενώ ο τουρκικός Τύπος υποδαύλισε στο έπακρο τα πλήθη. Τουρκική πηγή ανέφερε σχετικά:

«Σε όλα τα σημεία της χώρας υπήρχε μία γενική κατάπληξη, η οποία σιγά – σιγά μεταβλήθηκε σε ένα ξέφρενο ξέσπασμα. Ο τουρκικός λαός ξέσπασε γιατί, ενώ τα τελευταία χρόνια ξελαρυγγιαζόταν στα διάφορα συλλαλητήρια, στη συνέχεια επέστρεφε άπραγος στο σπίτι του. 

 
Ξέσπασε γιατί τον βασάνιζαν τα αισθήματα που του προξενούσε η οικονομική του υπανάπτυξη. Ξέσπασε εναντίον του ΄Ελληνα, τον οποίο υποτιμούσε, τον έβλεπε, όμως, να προηγείται ως προς την οικονομική και κοινωνική του δομή».

΄Ηταν τέτοια η μανία του τουρκικού πλήθους, ώστε, όταν εκδηλώθηκε η εισβολή, το πρωινό της 20ής Ιουλίου, σημειώθηκε κοσμοσυρροή στα στρατολογικά γραφεία των Αδάνων. Χιλιάδες Τούρκοι, μαινόμενοι, προσήλθαν εθελοντικά και ζητούσαν φορτικά οπλισμό και επιβίβαση για την Κύπρο.

Ο λόγος στον έγκυρο Τούρκο δημοσιογράφο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ: «Οι αξιωματικοί βρίσκονταν σε μεγάλη ένταση. Διατηρούσαν αμφιβολίες.

Φοβήθηκαν πως ο Ετσεβίτ, όπως και οι προκάτοχοι του, θα μετάνιωνε την τελευταία στιγμή. Πολλοί πίστεψαν ότι κάναμε απλή επίδειξη δύναμης. Οι προετοιμασίες όμως προχωρούσαν. Η περιοχή Αδάνων – Μερσίνας ήταν κατάμεστη από μονάδες πεζικού και τεθωρακισμένα. Απαγορεύθηκαν οι επισκέψεις τουριστών στις περιοχές Αναμούρ και Μερσίνας και επιβλήθηκε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στους όμορους νομούς. Με την εκ δήλωση του πραξικοπήματος ανακλήθηκαν όλες οι άδειες αξιωματικών και οπλιτών».

Από τις 18 Ιουλίου παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα σε όλα τα αεροδρόμια της νότιας Τουρκίας, κυρίως δε σε αυτό των Αδάνων. Στην περιοχή κατέφθασαν τα συντάγματα καταδρομών και αλεξιπτωτιστών, που θα χρησιμοποιούντο. Η ΚΥΠ, βάσει συνεχών υποκλοπών, τις οποίες διενεργούσαν τα κλιμάκια της Κύπρου, πιστοποίησε διαρκή ανταλλαγή σημάτων μεταξύ της τουρκοκυπριακής στρατιωτικής διοίκησης της Λευκωσίας και της Μερσίνας.
 

Το ΓΕΕΦ διαπίστωσε από πλευράς του συνήθεις δραστηριότητες, ιδίως στον κεντρικό θύλακα Λευκωσίας – Κιόνελι. Η ΤΟΥΡΔΥΚ και τα τάγματα Τουρκοκυπρίων τέθηκαν σε επιφυλακή. Προετοιμάστηκε ο διάδρομος προσγείωσης στην Αγύρτα, εντός του θύλακα, προς υποδοχή μεταγωγικών της Τουρκικής Αεροπορίας.
 
Οι Τουρκοκύπριοι οδήγησαν λεωφορεία στην περιοχή: ήταν αυτά που θα προωθούσαν τις αερομεταφερόμενες δυνάμεις στα προκαθορισμένα σημεία άμυνας, περιμετρικά του θύλακα. Την ίδια ημέρα, οι ξένοι τουρίστες, οι οποίοι παραθέριζαν στη Βόρεια πλευρά της Κύπρου, εγκατέλειψαν την περιοχή βάσει των οδηγιών που έλαβαν από τις πρεσβείες τους.

 
Οι προετοιμασίες κορυφώθηκαν στις 19 Ιουλίου, παραμονή της εισβολής. Νωρίς το πρωί ολοκληρώθηκε η επιβίβαση των μονάδων στα αποβατικά σκάφη και η νηοπομπή ετοιμάστηκε προς απόπλου. Αποτελείτο από 20 περίπου μέσα και γενικής χρήσης αποβατικά, αρματαγωγά περιορισμένης μεταφορικής ικανότητας (έως τρία άρματα) και ένα μεγάλο αρματαγωγό. Για την προστασία της νηοπομπής το Τουρκικό Ναυτικό διέθεσε πέντε αντιτορπιλικά.
 
Η επιβιβασθείσα δύναμη ανήλθε στους 3.200 περίπου άνδρες: το 50 Σύνταγμα Πεζικού και ένα τάγμα πεζοναυτών. Ο αριθμός των αρμάτων μάχης παρέμεινε ανεξακρίβωτος, ήταν, όμως, αναμφίβολα μικρός.

Η νηοπομπή εξήλθε του λιμανιού της Μερσίνας στις 17.00, κατ’ άλλες μαρτυρίες και νωρίτερα, υπό τις επευφημίες χιλιάδων λαού, καταληφθέντων από ανθελληνικό μένος. Χαρακτηριστικά, αναφέρθηκε ότι το πλήρωμα του ελληνικού εμπορικού πλοίου «Εμπρός», το οποίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στην ίδια πόλη, κινδύνευσε να λιντσαρισθεί από το μαινόμενο πλήθος.

Οι ΄Ελληνες ναυτικοί θεωρήθηκαν ύποπτοι για κατασκοπεία και το «Εμπρός» ρυμουλκήθηκε σε μία προβλήτα. Ο ασύρματος του πλοίου υποχρεώθηκε σε σφράγιση και η γαλανόλευκη υπεστάλη.


Από το πρωί, όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν τις προετοιμασίες των Τούρκων, ενώ το ΒΒC προέβαλε και εικόνες από τον απόπλου, στις 17.30. 

Η αντίδραση σε Αθήνα και Λευκωσία παρέμεινε, από την ημέρα του πραξικοπήματος έως και την παραμονή της εισβολής, ανεξήγητα απαθής. Αυτό που γνώριζε όλος ο κόσμος και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και το οποίο θεωρούσαν δεδομένο, ότι δηλαδή επέκειτο τουρκική εισβολή, στο ΑΕΔ αντιμετωπίσθηκε με αδιαφορία και ειρωνικά σχόλια του τύπου «κάνουν....ασκήσεις». 

Το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών εμφανίσθηκε πεπεισμένο ότι οι Τούρκοι θα περιόριζαν τις αντιδράσεις τους σε κινήσεις εντυπωσιασμού. Υπήρξαν, εξάλλου, και τα γεγονότα νωρίτερα των κρίσεων του 1964 (οπότε οι Τούρκοι αντέδρασαν μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς) και του 1967 (όταν δεν προχώρησαν τελικά σε απόβαση, αφού, όμως, οι όροι τους για αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας έγιναν δεκτοί).

Παρά τις πληροφορίες, οι οποίες κατέφθαναν πλέον συνεχώς στο ΑΕΔ και την ΚΥΠ, η Αθήνα καθησύχαζε τη Λευκωσία. 

Στη “νάρκωση” της ελληνικής πλευράς συνέβαλαν με έξυπνο τρόπο οι Τούρκοι: στην Αγκυρα ανακοινώθηκε ότι η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση θα συνερχόταν το Σάββατο 20 Ιουλίου, προς λήψη απόφασης. Παγιώθηκε έτσι η εκτίμηση ότι η Τουρκία δεν θα έπραττε τίποτε ως τότε, ενώ στην πραγματικότητα η απόφαση για εισβολή ήταν ήδη ειλημμένη.
 
Στις 18 Ιουλίου, τηλεγραφήματα που κατέφθασαν στην Αθήνα από τις ελληνικές πρεσβείες στο Λονδίνο και τη Βόννη, πιστοποίησαν τις τουρκικές....προετοιμασίες. 

Ομοίων εκτιμήσεων πληροφορίες διοχετεύθηκαν και από το κλιμάκιο των Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στη Σμύρνη, στο εκεί Στρατηγείο του ΝΑΤΟ. Παρόλα αυτά, το ΑΕΔ ουδέν έπραξε, σε προληπτικό έστω επίπεδο. 

Τόσο στον κυπριακό όσο και στον ελλαδικό χώρο δεν λήφθηκαν τα στοιχειώδη, έστω, μέτρα ετοιμότητας. Αντίθετα, οι Τούρκοι οργανώθηκαν τόσο στην Κύπρο, όσο και σε γενικότερο επίπεδο, για ενδεχόμενο γενικευμένης σύγκρουσης.









Στις 19 Ιουλίου, παρατηρήθηκαν ορισμένες μεμονωμένες και, ως εκ τούτου, ασυντόνιστες πρωτοβουλίες, προς αντιμετώπιση της ορατής πλέον απειλής: ο ταξίαρχος Μιχάλης Γεωργίτσης, ο οποίος είχε αντικαταστήσει εκτάκτως τον αρχηγό ΓΕΕΦ, αντιστράτηγο Ντενίση, διέταξε περιορισμένη επιστράτευση συγκεκριμένων ειδικοτήτων. Ως το βράδυ, τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα επέδωσαν τα φύλλα ατομικής πρόσκλησης.
 
Οφειλε, όμως, να λάβει ευρύτερα μέτρα, προς άμεση εφαρμογή του σχεδίου «ΑΦΡΟΔΙΤΗ»: (ταχεία ανάπτυξη των προβλεπόμενων μονάδων στις ακτές, διασπορά των υπόλοιπων, άμεση επάνδρωση πυροβολείων και πολυβολείων, στρώση ναρκοπεδίων). Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι διμοιρία Μηχανικού, η οποία εστάλη το βράδυ της 19ης Ιουλίου σε παραλία νότια της Αμμοχώστου προς ναρκοθέτηση της, εμποδίστηκε από τον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής, να υλοποιήσει το σχέδιο.

Ο συνταγματάρχης Κομπόκης, διοικητής Καταδρομών, προέβη επίσης σε κλήση αριθμού ανδρών, παρόλο που και οι τρεις μοίρες καταδρομών του νησιού δεν είχαν επιστρέψει στα στρατόπεδα τους αλλά παρέμεναν στη Λευκωσία. Στην ύψιστη δυνατή ετοιμότητα τέθηκαν τα αντιαεροπορικά των μοιρών πυροβολικού κατόπιν διαταγής της αρμόδιας Διοίκησης.
 
Στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, ο αρχηγός Ναυτικού Πέτρος Αραπάκης, με απόρρητο σήμα του διέταξε τον απόπλου των υποβρυχίων «Γλαύκος», «Τρίτων» και «Νηρεύς», τα οποία εξήλθαν του Ναυστάθμου έπειτα από δύο ώρες με κατεύθυνση προς Ρόδο – Κάρπαθο. Η Ναυτική Διοίκηση Κύπρου έθεσε σε αυξημένη ετοιμότητα τις δικές της δυνάμεις.

Η Ελληνική Αεροπορία είχε κινητοποιηθεί νωρίτερα: ήδη από το απόγευμα της 18ης Ιουλίου, κατόπιν διαταγής του αρχηγού Αεροπορίας, πραγματοποιήθηκε διασπορά αριθμού μαχητικών, με τα πληρώματα σε κατάσταση ετοιμότητας των πέντε λεπτών. Για τις ευθύνες περί της ελλιπούς ανάπτυξης των ελληνικών και ελληνοκυπριακών δυνάμεων μέχρι την εκδήλωση της εισβολής, το Πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων επεσήμανε σχετικά:

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ευθύνη ολόκληρης της ηγεσίας του ΓΕΕΦ, συμπεριλαμβανομένης της Ναυτικής και της Αεροπορικής Διοίκησης Κύπρου. Ομοίως… για όσους αποτελούσαν την ηγεσία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων… 

Κατά το πενθήμερο 15ης έως 19η Ιουλίου 1974, ενώ όλα έδειχναν ότι θα πραγματοποιείτο τουρκική εισβολή στην Κύπρο, εφησύχαζαν στα θέρετρα τους και δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την αντιμετώπιση του επικείμενου κινδύνου. Παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις της Ελλάδας απέναντι στην Κύπρο, έστω και αυτές τις λίγες που προέβλεπε το σχέδιο… 

Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων περιορίστηκε στη συνεχή ανακύκλωση αναληθών πληροφοριών περί ύποπτων κινήσεων μεγάλων αεροπορικών κλπ. δυνάμεων της Σοβιετικής ΄Ενωσης ή άλλων χωρών».

Στις 19 Ιουλίου επίσης, ενώπιον των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, εμφανίσθηκε και μίλησε ο Μακάριος. Επρόκειτο για έναν ανθελληνικό λίβελο, στη διάρκεια του οποίου ο Μακάριος υπερέβη τα όρια. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, παρατίθενται αυτούσια χωρία της ομιλίας του, όπως καταγράφηκαν στα Πρακτικά: «Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε αναισθήτως την ανεξαρτησία της Κύπρου. Πρόκειται για εισβολή και η εισβολή συνεχίζεται, διότι υπάρχουν ΄Ελληνες αξιωματικοί στην Κύπρο. Αυτά δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελλήνων της Κύπρου. 

Οι Τούρκοι της Κύπρου επηρεάζονται επίσης. Η ελληνική χούντα επέκτεινε την δικτατορία της στην Κύπρο. ΄Οπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, θεωρώ τον κίνδυνο από την Τουρκία μικρότερο του κινδύνου εκ μέρους των Ελλήνων αξιωματικών».

Τα παραπάνω απαράδεκτα, εκτοξευθέντα από τον Μακάριο επάνω στην οργή του λόγω της ανατροπής του, έδωσαν στην Τουρκία ένα ισχυρό επιχείρημα. Βέβαια, θα ήταν αστείο να υποστηρίξει κανείς ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο λόγω των καταγγελιών του Μακαρίου. Στηρίχθηκε, όμως, σε ένα ακόμη ανέλπιστο επιχείρημα. Ο Μπιράντ σχολίασε χαρακτηριστικά: «Η τουρκική αντιπροσωπεία έκανε ότι ήταν δυνατό για να μιλήσει στον ΟΗΕ ο Μακάριος».

Ο Τούρκος πρέσβης στον ΟΗΕ, Οσμάν Ολτσάυ, τόνισε μετά την εκδήλωση της εισβολής: «Η Τουρκία εκπλήρωσε τις νόμιμες υποχρεώσεις της. Δεν πραγματοποίησε εισβολή. Η λέξη εισβολή δεν είναι δική μου. Τη χρησιμοποίησε ο Μακάριος με σκοπό να περιγράψει αυτό το οποίο έπραξε η Ελλάδα».


Δεν θέλησε να δει την πραγματικότητα κατάματα και αφέθηκε στην ουτοπία ότι οι Τούρκοι ποτέ δεν θα τολμούσαν απόβαση φοβούμενοι ...εμπλοκή της Ρωσίας!


ΑΤΤΙΛΑΣ 1974: 
Η αποκάλυψη 
του ρόλου των Βρετανών

Στο Άκρως Απόρρητο και Ειδικού Χειρισμού έγγραφο με ημερομηνία 9 Αυγούστου 1974 έχουν καταγραφεί, όπως αναφέρεται, «εξακριβωμένα στοιχεία εις βάρος των Βρετανών» για τη στρατιωτική τους δραστηριότητα κατά των Ελληνοκυπρίων τις πρώτες ημέρες των εχθροπραξιών όπου και κρίθηκε ουσιαστικά η έκβαση της εισβολής. Πρόκειται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, για στρατιωτική δραστηριότητα όχι απλώς υποστήριξης του Αττίλα, αλλά κυρίως για υποκατάστασή του σε βομβαρδισμούς από αέρα και θάλασσα και για ενεργό χρήση των βρετανικών βάσεων στο νησί προς αυτή την κατεύθυνση. Χρησιμοποίησαν μάλιστα και τα σήματα της Ειρηνευτικής Δύναμης για κάλυψη!

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι ορισμένα από τα στοιχεία είναι προϊόν κατασκοπευτικής δράσης - και συνοδεύονταν, τότε, από τα σχετικά ντοκουμέντα - ενώ άλλα αποτελούν μαρτυρίες ή εκτιμήσεις περιστατικών «με ονοματεπώνυμο».

Εννέα είναι τα «εξακριβωμένα στοιχεία» που καταγράφει στην αναφορά του ο τότε αρχηγός της ΓΕΕΦ υποστράτηγος Ευθύμιος Καραγιάννης για την ανάμειξη των Βρετανών:

1. «Τα πλείστα των A/Φ (αεροσκαφών) άτινα εβομβάρδιζαν τας θέσεις της E.Φ. (Εθνικής Φρουράς) και τους Ελληνοκυπρίους ανεφοδιάζοντο εις πυρομαχικά και καύσιμα εις αγγλικήν βάσην Ακρωτηρίου». Και αμέσως μετά: «Ομοίως πιλότοι και χτυπημένα A/Φ (αεροσκάφη) αντικαθίσταντο εκεί και τα αγγλικά σήματα αντικαθίσταντο εκεί δι' επικολλήσεως αυτοκολλήτου ταινίας με τουρκικά τοιαύτα».

H μαρτυρία αυτή αποτελεί γραπτή κατάθεση Κυπρίου ιδιώτου (του Ανδρέα Χριστοδουλίδη από τη Λάρνακα) στην οποία περιέχεται αφήγηση Βρετανού με δυσμενείς για τους συμπατριώτες του, περιγραφές.

2. «Υπεκλάπη αθορύβως και χωρίς να γίνει αντιληπτόν εν φιλμ από αξ/κόν της E.Δ. (σ.σ.: Ειρηνευτικής Δύναμης) όστις είχεν επισημανθεί να λαμβάνει φωτογραφίας κατά την στιγμήν της πτώσεως των Τούρκων αλεξιπτωτιστών. Εις το φιλμ τούτο εμφαίνονται τα ρίπτοντα τους αλεξιπτωτιστάς A/Φ (αεροσκάφη)».

3. «Άνωθεν του T/K (σ.σ.: τουρκοκυπριακού) θύλακος της Λευκωσίας εθεάθη δις να υπερίπταται έν μέγα A/Φ μεταγωγικόν. Τούτο εφωτογραφήθη και εις την φωτογραφία εμφαίνονται τα αγγλικά σήματα».

4. «Εις βάσιν Ακρωτηρίου υπάρχει έν A/Φ με σήματα της E.Δ. (Ειρηνευτικής Δύναμης) και προσωπικόν τουρκικόν. Από ό,τι είναι γνωστό εις ημάς η E.Δ. (Ειρηνευτική Δύναμη) δεν διαθέτει A/Φ παρά μόνο ελικόπτερα. Κατάθεσις και φωτογραφίαι συνυποβάλλονται».

5. «Εις τας Βάσεις Ακρωτηρίου υπάρχει εισέτι έν τετρακινητήριον πολεμικόν A/Φ του οποίου έχουν αφαιρεθεί οι πτέρυγες και επισκευάζεται ο κορμός. Τούτο ευρίσκεται εις το υπόστεγο υπ. αριθ. 1 και εις ουδένα μη Βρετανόν επιτρέπεται να εισέλθει εις το υπόστεγον. Τα ληφθέντα αυστηρά μέτρα ασφαλείας δεν επέτρεψαν μέχρι τούδε την φωτογράφισίν του».

6. «Το βρετανικόν ελικοπτεροφόρον "Ερμής" κατά τας ημέρας 20-21 και 22/7/74 καθ' ην τουρκικά πλοία επεβίβαζαν τουρκικά στρατεύματα εις προγεφύρωμα Κυρηνείας ευρίσκετο συνεχώς κινούμενον εντός της περιμέτρου της διατάξεως του τουρκικού στόλου.

Οι Βρετανοί πολλάκις ειδοποίησαν τας Δυνάμεις της E.Φ. (Εθνικής Φρουράς Κύπρου) ότι αν βληθή υπό των κατά του τουρκικού στόλου αποβάσεως πυρών, θα αντιδράσουν δυναμικώς. Την παρουσίαν του "Ερμή" εδικαιολόγουν ότι παραλαμβάνει Άγγλους υπηκόους. Εκτιμάται ότι τα τουρκικά ελικόπτερα εχρησιμοποίησαν το βρετανικόν ελικοπτεροφόρον δι' ανεφοδιασμόν ή και φόρτωσιν εφοδίων».

7. «H σύζυγος του Ελληνοκυπρίου Στίνου Αντωνιάδη, ονόματι Νάντια Αντωνιάδη, καταθέτει ότι ευρίσκετο εις Κυρήνειαν τας ημέρας 20, 21 και 22/8/74. Μέσω του φίλου της πρεσβευτή της Σουηδίας κατόρθωσεν μετά των τέκνων της να επιβιβασθή μεθ' ετέρων Άγγλων υπηκόων βρετανικού αντιτορπιλικού όπερ ευρίσκετο πλησίον των ακτών Κυρηνείας. Όταν εισήλθον εις το αντιτορπιλικόν τούς ετοποθέτησαν χαμηλά εις το κοίτος. Από εκεί ήκουον άπαντας ευκρινώς ότι τα πυροβόλα του πλοίου έβαλλον συνεχώς κατά των ακτών της Κυρηνείας».

8. «H τελευταία τετράς A/Φ (αεροσκαφών) ήτις εβομβάρδισε μετά την 16.00 της 22-7-74 παρουσίασε τα εξής χαρακτηριστικά:
(1) Τα πληρώματα ήσαν πολύ ικανώτερα των προηγούμενων βομβαρδισμών.

(2) Δεν συνομίλουν μεταξύ των εν αντιθέσει με τα προηγούμενα».

9. «Αξιωματικοί της αεροπορίας της E.Φ. (Εθνικής Φρουράς) εξήτασαν συντρίμματα τουρκικών A/Φ άτινα κατερρίφθησαν υπό του A/A (αντιαεροπορικού) πυρός, πλην όμως λόγω του ότι ταύτα κατεκαίοντο αμέσως μετά την πτώσιν, η δε εξέτασις εγένετο ουχί αμέσως μετά την πτώσιν αλλά ημέρας αργότερον, δεν κατέστη δυνατόν ουδεμία εξακρίβωσις περί σημάτων να γίνη».

  Ο Κίσινγκερ άνοιγε δρόμο στον «Αττίλα» 

Οι διάλογοι από τη συνά-ντηση της ηγεσίας του αμε-ρικανικού υπ. Εξωτερικών στις 20 Μαρτίου του '74 δείχνουν ότι ο Κίσινγκερ δεν ήθελε την πτώση της χούντας, με αποτέλεσμα τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες για την Κύπρο

Το πραξικόπημα του Ιωαννίδη εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, το οποίο άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, ήταν αποτέλεσμα της υποστήριξης που έδωσε ο Κίσινγκερ στην ελληνικη χούντα

Στις 20 Μαρτίου 1974, μόλις τέσσερις μήνες πριν από τις ραγδαίες εξελίξεις που οδήγησαν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας και τον επαναπατρισμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 24 Ιουλίου του 1974, η ηγεσία του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών πραγματοποίησε μυστική σύσκεψη προκειμένου να καθορίσει τη στάση της.

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα με τους διαλόγους από τη συνάντηση του Μαρτίου του 1974 αποδεικνύουν την απόλυτη σύγχυση που επικρατούσε στα υψηλά κλιμάκια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, σε σχέση με τις καυτές ελληνικές εξελίξεις.

Παρόντες στη σύσκεψη ήταν ο Χένρι Κίσινγκερ, ανώτατοι αξιωματούχοι πολλών διαφορετικών υπηρεσιών και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Χένρι Τάσκα.
                                    Προβλέψεις
Καθ' όλη τη διάρκεια της σύσκεψης, ο Κίσινγκερ δεν φαίνεται διατεθειμένος να επιτρέψει στον Τάσκα να επαναφέρει στη συζήτηση την επίσημη αμερικανική γραμμή, που έτεινε να υιοθετήσει μια στάση υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας στη χώρα μας. Πολλοί αξιωματούχοι προέβλεπαν ότι η κυβέρνηση Ιωαννίδη, που είχε διαδεχθεί τον Παπαδόπουλο μετά τις εξελίξεις του Νοεμβρίου 1973, θα κατέρρεε το πολύ σ' έναν χρόνο. Κατά προφητικό τρόπο, μερικοί από τους παρόντες εκτιμούσαν ότι η χούντα του Ιωαννίδη δεν θα απέφευγε τις εξελίξεις στο Κυπριακό και την κρίση με την Τουρκία, με πιθανώς καταστροφικά αποτελέσματα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Εκφράστηκαν επίσης φόβοι ότι η συνεχιζόμενη υποστήριξη προς τη χούντα του Ιωαννίδη θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα την ελληνική κοινή γνώμη σε εκτεταμένο αντιαμερικανισμό. 

Οι διάλογοι δείχνουν ότι ο Κίσινγκερ θεωρούσε τον Αν. Παπανδρέου αποδεκτό ηγέτη για την περίοδο μετά την πτώση της χούντας, παρά την αντιαμερικανική ρητορική του καθ' όλη τη διάρκεια της επταετίας και το γεγονός ότι η ιδεολογία του ήταν φιλομαρξιστική. Μερικά μόλις λεπτά αργότερα, ο Κίσινγκερ έκανε στροφή 180 μοιρών υποστηρίζοντας την άποψη ότι «δεν είναι προς το συμφέρον μας να σπεύσουμε να υποστηρίξουμε τον Παπανδρέου», θέση που βρήκε σύμφωνο τον Τάσκα.

Οι εκτιμήσεις Ελληνοαμερικανών πανεπιστημιακών αναλυτών, που συμμετείχαν τότε στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας διαφορετικής πολιτικής προς την Ελλάδα, έχουν κατ' επανάληψη τονίσει ότι η αμφιθυμία των διαλόγων δείχνει ξεκάθαρα «την αδυναμία κατανόησης των σύνθετων πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα από την πλευρά των Αμερικανών αξιωματούχων, των οποίων η διεισδυτικότητα αδυνατούσε να υπερβεί το επίπεδο των απλών συσχετισμών μεταξύ των κυρίαρχων κομμάτων».
 Η άποψη Τάσκα
«Πρέπει να στηρίξουμε την αποκατάσταση της δημοκρατίας»

Ενδεικτική της ολέθριας σύγχυσης ήταν ότι, προς το τέλος της εικοσάλεπτης συζήτησης και αοριστολογίας, ο Κίσινγκερ έθεσε το εξής ερώτημα: «Οπότε, πότε πρέπει να αποφασίσω; Μέχρι τώρα δεν έχω καν καταλάβει ποιο είναι το θέμα για το οποίο καλούμαι να αποφασίσω». Σε άλλο σημείο των στιχομυθιών, ο ειδήμων στα ελληνικά θέματα πρεσβευτής Τάσκα λέει: «Αργά ή γρήγορα, με την καταπίεση που υφίστανται οι Ελληνες, θα χάσουμε την υποστήριξη του Κογκρέσου, οπότε δεν θα μπορούμε να τους παρέχουμε στρατιωτική βοήθεια. Είναι τότε πιθανόν να πάνε με τους Γάλλους. Εαν δεν πάνε με τους Γάλλους, θα πάνε με τους Αραβες. Κατά την κρίση μου, κάτι τέτοιο θα σήμαινε προσέγγιση του Καντάφι και της Λιβύης, με την οποία οι Ελληνες διατηρούν ήδη σχέσεις».

Ο Χένρι Τάσκα λέει επίσης ότι «η χούντα εκπροσωπεί το πιο ολοκληρωτικό καθεστώς στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Το καθεστώς αφορά το πολύ μια ντουζίνα στρατιωτικούς. Κατά τα άλλα δεν απολαμβάνει καμίας στήριξης. Πιστεύω πως σε ό,τι αφορά τα ενδιαφέροντά μας, πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη μερική έστω ικανοποίηση του ελληνικού κοινού αισθήματος, στηρίζοντας την αποκατάσταση της δημοκρατίας».

Ο επικεφαλής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής παρέμεινε δυστυχώς αμετάπειστος με τις γνωστές συνέπειες για Κύπρο και Ελλάδα. Τα 20 λεπτά της μυστικής σύσκεψης ακολούθησαν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες δεινών για τον κυπριακό λαό.
 Το άκρως απόρρητο σχέδιο 
του «Μάγου» της διπλωματίας
 

Τον Μάιο του 1976 ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ δρ Χένρι Κίσινγκερ είχε αποφασίσει να αναμειχθεί ο ίδιος σε μια προσπάθεια μεσολάβησης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Οι πρωθυπουργοί των δύο χωρών, Κωνσταντίνος Καραμανλής και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, είχαν συμφωνήσει στη διαπραγμάτευση των διμερών εκκρεμοτήτων χωρίς να καταλήξουν ποτέ σε θετικά αποτελέσματα. 

Ο Κίσινγκερ είχε ζητήσει από το Τμήμα Αναλύσεων και Πληροφοριών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να συντάξει μια μακροσκελή έκθεση για την ιστορία των προβλημάτων του Αιγαίου αλλά και τα πιθανά σενάρια επίλυσής τους. 

Η έκθεση αυτή με τίτλο «Η αμερικανική πολιτική στο Αιγαίο» δόθηκε στον αμερικανό υπουργό στις 17 Μαΐου 1976 και αποτέλεσε στη συνέχεια τη βάση ενός «σχεδίου Κίσινγκερ», που δεν καρποφόρησε ως το 1977, οπότε και ο κ. Κίσινγκερ έφυγε από την ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το σχέδιο προέβλεπε είτε μια φόρμουλα διευθέτησης των εκκρεμοτήτων στο Αιγαίο βάσει ενός πάρε-δώσε σε ζητήματα όπως τα 12 μίλια και ο ελληνικός εναέριος χώρος είτε πάλι μια λύση-πακέτο για Κύπρο και Αιγαίο ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση η έκθεση υπογράμμιζε ότι «η Ελλάδα θα χρειασθεί να κάνει τις πιο σοβαρές παραχωρήσεις, σε σύγκριση με το προηγούμενο στάτους κβο». Σε λίγες ημέρες αρχίζει μία ακόμη επίσημη προσπάθεια επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένα από τα προβλήματα που εμπόδιζαν την επίτευξη συμφωνίας, όπως το αδιέξοδο στο Κυπριακό και η επιμονή της Αγκυρας να αποφύγει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. 

Την ίδια στιγμή εντύπωση προκαλεί πόσο πιο ανισοβαρής είναι πλέον η ατζέντα των ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων, σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Το 1976 θεωρείτο «ιστορική πρακτική» η μη παραβίαση από τα τουρκικά αεροσκάφη του εναέριου χώρου των 10 μιλίων γύρω από τα ελληνικά νησιά και οι περίφημες «γκρίζες ζώνες» δεν είχαν καν εμφανισθεί στο προσκήνιο. Ακολουθεί το κείμενο της έκθεσης.

«Η αμερικανική πολιτική στο Αιγαίο»

«Από τον Ιούλιο του 1974 και μετά η Κύπρος αποτελεί τη βασική πηγή έντασης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Οι συνεχιζόμενες όμως διενέξεις γύρω από το Αιγαίο μπορεί - πολύ περισσότερο από ό,τι η Κύπρος - να προκαλέσουν άμεση σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών, είτε από λάθος είτε βάσει σχεδίου. Ο Μπίτσιος (σ.σ.: πρόκειται για τον Δημήτρη Μπίτσιο, υπουργό Εξωτερικών της τότε κυβέρνησης Καραμανλή) μάς εξήγησε τον Απρίλιο (1976) πως οι Ελληνες ανησυχούν μήπως οι Τούρκοι κάνουν κάποια προκλητική στρατιωτική ή άλλη ενέργεια για να ενισχύσουν τις διεκδικήσεις τους σε θαλάσσιες περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί δικές της. Η τουρκική κυβέρνηση δέχεται εξάλλου μεγάλες εσωτερικές πιέσεις για να δείξει πως δεν δέχεται μια κατάσταση στην οποία το Αιγαίο εμφανίζεται ως ελληνική λίμνη.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ

(περιλαμβάνει και σπάνιο υλικό από Τουρκικές πηγές)


ΚΥΠΡΟΣ 1974 - Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Πέρασαν τόσα χρόνια από την Τουρκική εισβολή, της 20ης Ιουλίου 1974, στην Ελληνικότατη Κύπρο και τίποτε δεν έχει βελτιωθεί.

Αντίθετα, ο χρόνος κυλά προς όφελος των Τούρκων, γιατί η λήθη σβήνει τα εγκλήματα και τις βαρβαρότητες από την μνήμη όλων.

Καταφέραμε δε ένα διεθνές πρόβλημα εισβολής και παράνομης κατοχής του τουρκικού στρατού να μεταστραφεί προς όφελος των Τουρκοκυπρίων.

Έτσι ανενόχλητοι οι Τούρκοι συνεχίζουν. Ο Παντουρκισμός είναι σ’ έξαρση, η τουρκική προπαγάνδα οργιάζει και η Τουρκία συνεχίζει ανενόχλητη τον εξοπλισμό της και περιμένει να ξανακτυπήσει.

Ακόμη, μια λεπτή πράσινη γραμμή και ένα τείχος Αίσχους, με υψωμένη την τουρκική ημισέληνο, (το τελευταίο από τα τείχη του κόσμου) χωρίζουν το νησί στα δύο. Στο Ελεύθερο ελληνικό και Σκλαβωμένο ελληνικό, κατά 40% κατεχόμενο από Τούρκους.

Ευτυχώς τα «ρεύματα της λήθης» κάποιοι τα πολέμησαν και τα νίκησαν. Είναι οι 430 εγκλωβισμένοι και «ελεύθεροι πολιορκημένοι» των κατεχομένων χωριών της Κύπρου, πολιορκημένοι από 40.000 τουρκικό στρατό και 100.000 και πλέον εποίκους.

Η πίστη στον Θεό, στην ελευθερία και τα ιδανικά του γένους ήταν τα όπλα τους, για να μην λυγίσουν στην ταπεινωτική εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής το ’74, που έγινε με την ανοχή των Η.Π.Α. και Μ. Βρετανίας.
Οι 430 εναπομείναντες εγκλωβισμένοι από 12.500 του 1974, απέτρεψαν την τουρκοποίηση της κατεχομένης Κύπρου, γιατί πίστεψαν στην δικαιοσύνη του Θεού και το δίκιο που δεν θ’ αργήσει να’ρθει.
Είναι οι νεώτεροι Διγενήδες-φρουροί της ιστορίας μας.

Το 1975, υπογράφηκε η συμφωνία της Γ΄ Βιέννης που αφορά τους «Εγκλωβισμένους» των κατεχομένων και τους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών. Προέβλεπε δε να επιτραπεί στους Τουρκοκυπρίους να μεταβούν, αν ήθελαν, ελεύθεροι στα κατεχόμενα.

Ουδείς επέστρεψε. Και για τους Ελληνοκυπρίους να παραμείνουν παράλληλα στα σπίτια τους στις κατεχόμενες περιοχές, παρέχοντας και σ’ αυτούς όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα σωστής διαβιώσεως, ιατρικής φροντίδος, ελεύθερης διακινήσεως, θρησκευτικής ελευθερίας και μορφώσεως.

Η συμφωνία αυτή δεν τηρήθηκε παρά μόνο σε ελάχιστο βαθμό, όσον αφορά τους Ελληνοκυπρίους των κατεχομένων. Επειδή ακριβώς ακολουθήθηκε πολιτική εκτουρκισμού. Δεν λειτουργεί κανένα γυμνάσιο ή λύκειο στα κατεχόμενα, ελάχιστα τα δημοτικά.

Το καθεστώς Ντεκτάς μεθόδευσε εγκληματικές ενέργειες σε βάρος των εγκλωβισμένων. Πανάρχαια ελληνικά τοπωνύμια άλλαξαν με τουρκικές ονομασίες. Καταστράφηκαν ανηλεώς εκκλησίες και εθνικοί αρχαιολογικοί χώροι. Επικρατούσε κλίμα ταπεινώσεως και σκλαβιάς. Παρεμποδιζόταν η άσκηση θρησκευτικών δικαιωμάτων, απαγορευόταν η ιατρική περίθαλψη από Έλληνες γιατρούς, επιτασσόταν η σοδειά τους, επιβαλλόταν καταναγκαστική εργασία, παρεμποδιζόταν η ελεύθερη διακίνηση…

Αυτοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν τις 12.000 Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων αρχικά, να περάσουν στις ελεύθερες περιοχές.
Απόδειξη τρανή αυτής της καταστάσεως είναι ότι ουδείς Τουρκοκύπριος των ελεύθερων περιοχών πέρασε στα κατεχόμενα, παρά τους εκβιασμούς του Ντεκτάς.

Σήμερα,  2013  κηδεύουμε την λήθη και τα ρεύματά της. 


Γι’ αυτό:

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Το 40% του Κυπριακού εδάφους, που είναι κατεχόμενο από τους Τούρκους. Τους 200.000 πρόσφυγες, τους 1619 αγνοουμένους.
Τις εκατόμβες των νέων που έπεσαν στα πεδία των μαχών.
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Και δεν ανέχομαι το ψευδοκράτος και το τείχος του Αίσχους.
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Τους 100.000 εποίκους Τούρκους και τις 40.000 κατοχικό τουρκικό στρατό.
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΩ
Ν’ αποχωρίσουν τα κατοχικά στρατεύματα, να φύγουν οι έποικοι, να ανακληθεί το ψευδοκράτος.
Να επανέλθουν οι αγνοούμενοι.

Το δίκιο της Ιστορίας Φωνάζει:

Απελευθέρωση
Αυτοδιάθεση
Ένωση.
Η προδοσία της Κύπρου παραμένει το πιο σκοτεινό μυστικό της μεταπολίτευσης και βαραίνει το καθεστώς που και σήμερα συνεχίζει να προδίδει τη χώρα. 

Τιμή και Δόξα στους Ήρωες της ΕΛΔΥΚ, της Εθνικής Φρουράς, της Α’ Μοίρας Καταδρομών και σε όλους τους μαχητές που έδωσαν το αίμα τους για την Ελευθερία και την Ένωση.

Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μεγαλόνησο, κάποιοι γελοίοι είπαν πως για το δράμα του Κυπριακού Ελληνισμού ευθύνεται η… χούντα, την οποία εκπροσωπεί η Χρυσή Αυγή. 

Η Χρυσή Αυγή εκπροσωπεί μόνο την Χρυσή Αυγή και την Αλήθεια. 

Αφού όμως ευθύνεται η χούντα για την προδοσία της Κύπρου, γιατί αρνούνται να ανοίξουν τον φάκελο; Γιατί σιωπούν; Για να καλύψουν τους… «ενόχους» χουντικούς; Αφού οι χουντικοί πέθαναν στη φυλακή. 

Γιατί δε δίνουν στο φως τα στοιχεία και παραβιάζουν τον κανονισμό της βουλής, που δίνει το δικαίωμα στα πολιτικά κόμματα να έχουν πρόσβαση στα αρχεία όλων των εξεταστικών επιτροπών;

Η απάντηση είναι απλή: γιατί η προδοσία της Κύπρου ήταν το στήριγμα και η βάση της μεταπολίτευσης. Όσο έχουμε φωνή θα το φωνάζουμε και θα αγωνιζόμαστε μέχρι να λάμψει η αλήθεια!



Ίων Περδικάρης

ΚΥΠΡΟΣ 1974:Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ :ΕΙΣΒΟΛΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΤΡΥΝΣΗ Η ΤΗΝ ΑΝΟΧΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Από τη Μικρασιατική καταστροφή στη τουρκική εισβολή στην ΚΥΠΡΟ.

ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ 
ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΕΧΘΡΟΥΣ.

Το κυπριακό ζήτημα και η αγγλοαμερικανική πολιτική

Σ' όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, το κυπριακό ζήτημα κινήθηκε ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη , δηλαδή ανάμεσα στα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για όσο διάστημα κρατούσε τα ηνία του αποικιοκρατικού κόσμου, η Αγγλία θεωρούσε την Κύπρο αναπόσπαστο τμήμα της αυτοκρατορίας της. Αλλά κι όταν το αποικιοκρατικό της σύστημα κατέρρευσε, η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν εγκατέλειψε την Κύπρο, γνωρίζοντας τη στρατηγική της αξία, αναφορικά με τον έλεγχο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Με το ίδιο σκεπτικό, ενήργησαν και οι Αμερικανοί ως νέοι ηγέτες του παγκόσμιου χάρτη-Γάλτα, εντάσσοντας το νησί στο στρατηγικό σχεδιασμό, το δικό τους και του ΝΑΤΟ. 

Ετσι, από το 1949, που ιδρύεται το ΝΑΤΟ, και μετά, η Κύπρος θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της νοτιοανατολικής πτέρυγας της ατλαντικής συμμαχίας.

Κυπριακό και αγγλοαμερικανική πολιτική στη δεκαετία του '50

Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του '50, οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχειρούν μια νόθα διεθνοποίηση του κυπριακού προβλήματος, τέτοια που να μην έρχεται σε αντίθεση με τις αμερικανοβρετανικές επιθυμίες. Αλλά κι αυτή η κολοβή διεθνοποίηση σκοντάφτει, δεδομένου ότι και τις δύο φορές που θα φτάσει το θέμα στον ΟΗΕ (1951 και 1954) Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονται από την ίδια πλευρά, αντιμέτωπες της απελευθέρωσης της Κύπρου και της αυτοδιάθεσης του πληθυσμού της. 

Οι σύμμαχοι - έγραφε το «Βήμα» το Δεκέμβρη του '54 - «μετεβλήθησαν εις συνωμότας διά να καταπνίξουν τη φωνή ενός υπερηφάνου λαού». Και η «Καθημερινή» συμπλήρωνε: «Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απέδειξε, χωρίς καμιά δυνατή παρερμηνεία, πως η πίστη της προς την Ελευθερία μπορεί να γίνει αντικείμενο παζαρέματος... Απέδειξε, δηλαδή, η αμερικανική κυβέρνηση πως η πίστη της δεν είναι πίστη και πως τα ιδανικά που διαφημίζει στις ξένες αγορές δεν είναι ιδανικά, παρά μια πραμάτεια σαν κάθε άλλη».

Το 1955, το Κυπριακό δεν έγινε κατορθωτό να εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αφού 28 χώρες ψήφισαν κατά της εγγραφής (ανάμεσά τους όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ, πλην της Ελλάδας και της Ισλανδίας), 22 υπέρ και 10 αποχές.

Συνέπεια της αγγλοαμερικανικής πολιτικής αυτής της περιόδου είναι και η εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό. Η ανοιχτή εμπλοκή της Τουρκίας στο ζήτημα της Κύπρου έχει την αρχή της στα τέλη Ιουνίου του 1955, όταν η Μεγάλη Βρετανία πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει Ελλάδα και Τουρκία σε τριμερή Διάσκεψη στο Λονδίνο για το Κυπριακό, με κύριο σκοπό να κερδίσει χρόνο, να ματαιώσει τη συζήτηση μιας πιθανής νέας προσφυγής της Ελλάδας στον ΟΗΕ για το θέμα, να περιορίσει στο μέγιστο δυνατό τη διεθνή διάσταση του ζητήματος και να το κλείσει στα στενά πλαίσια τριών και μόνο χωρών, όπου ο δικός της ρόλος θα είναι ηγεμονικός και, τέλος, να καταστήσει την Τουρκία ισότιμο συνομιλητή στις υποθέσεις της Κύπρου, αδυνατίζοντας αισθητά την ελληνική θέση. 

Βάζοντας στο παιχνίδι την Τουρκία, η Μ. Βρετανία χρησιμοποιούσε ανοιχτά την απειλή τη διχοτόμησης για να προωθεί κάθε φορά τα σχέδιά της στην Κύπρο. Η στάση της σ' αυτό το θέμα είναι απολύτως σαφής και στα κατά καιρούς σχέδια επίλυσης του Κυπριακού που παρουσίασε, βάση των οποίων αποτελούσε πάντοτε η αρχή της διχοτόμησης. Το τελευταίο - και κατά πολλούς το χειρότερο απ' όλα - βρετανικό σχέδιο διχοτόμησης που προτάθηκε και επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ήταν το σχέδιο Μακ Μίλαν (19/6/1958), το οποίο έφερε τον τίτλο «Σχέδιο για Συνεταιρισμό στην Κύπρο» και, στα βασικότερα σημεία του, προέβλεπε:

- Τη σύνδεση της Κύπρου με τη Μεγάλη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία και τη συνεργασία των κυβερνήσεων των τριών κρατών για τη διοίκηση του νησιού.

- Το διορισμό ενός αντιπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης κι ενός αντιπροσώπου της τουρκικής, οι οποίοι, μαζί με τον Αγγλο κυβερνήτη του νησιού, θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της Κύπρου.

- Τη συγκρότηση δύο Κοινοβουλίων, ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού.

- Οι κάτοικοι του νησιού θα είχαν δύο ιθαγένειες. Ολοι ανεξαιρέτως τη βρετανική και οι μεν Ελληνοκύπριοι επιπλέον την ελληνική, οι δε Τουρκοκύπριοι επιπλέον την τουρκική.

- Το καθεστώς αυτό του «Συνεταιρισμού» θα διαρκούσε επτά χρόνια και στο διάστημα αυτό θα απαγορευόταν οποιαδήποτε συζήτηση για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη αλλαγή κυριαρχίας.

Η ανακοίνωση του σχεδίου Μακ Μίλαν και η έναρξη της εφαρμογής του την 1η Οκτώβρη 1958 - μια έναρξη, που, ουσιαστικά, στόχευε να εκβιάσει τις εξελίξεις στην κατεύθυνση των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου - έφεραν αποτέλεσμα. Οι εν λόγω συμφωνίες ήταν θέμα χρόνου.

Η απαρχή του διαμελισμού 
της Κύπρου

Μετά την υπογραφή των Συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, η Κύπρος αποκτά κρατική υπόσταση. Το Σεπτέμβρη του '60 έγινε μέλος του ΟΗΕ, το Μάρτη του 1961 μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, το Μάη του 1961 μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και το Σεπτέμβρη του 1961 εντάσσεται στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. «Η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών - γράφει ο Ν. Κρανιδιώτης - γίνεται οξύτερη, αφότου, μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου ανατρέπεται ο συσχετισμός δυνάμεων στο χώρο της Μέσης Ανατολής και μεταβάλλονται οι διεθνείς συνθήκες στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και την Ασία (Κούβα, Βιετνάμ κλπ.). Η Αίγυπτος, η Λιβύη, η Συρία, η Υεμένη συνάπτουν συμμαχίες με τη Σοβιετική Ενωση και ρωσικά πολεμικά σκάφη διεισδύουν στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Το σοβιετικό οπλοστάσιο εμπλουτίζεται με διηπειρωτικούς πυραύλους και ο Ρώσος αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν εκτελεί στις 12 Απριλίου 1961 την πρώτη πτήση στο Διάστημα.

Η Μ. Βρετανία δεν είναι πια σε θέση να αναλάβει την άμυνα του ευαίσθητου αυτού χώρου. Ετσι, αυξάνεται το αμερικανικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα από το Δεκέμβριο του 1963, και προωθείται συστηματικά πλέον από αγγλοαμερικανικής πλευράς μια Νατοϊκή, διχοτομική λύση του Κυπριακού».

Ο αγγλοαμερικανικός ιμπεριαλισμός κάνει ό,τι μπορεί για να σπρώξει τα πράγματα στην Κύπρο σε διχοτομικές λύσεις και προς αυτήν την κατεύθυνση συνδαυλίζει την κρίση του '63, ενθαρρύνοντας τον Μακάριο να προωθήσει συνταγματικές αλλαγές. «Υποστηρίζεται βάσιμα - γράφει ο Σπ. Λιναρδάτος - ότι το Λονδίνο έσπρωξε τον Μακάριο να επισπεύσει τις διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος, ακριβώς γιατί ήθελε να προκληθεί η κρίση... 

Το Λονδίνο και πολύ εντονότερα η Ουάσιγκτον θα θελήσουν να επαναφέρουν στην επικαιρότητα την "ένωση" της Κύπρου με την Ελλάδα, με τρόπο, όμως, τέτοιο που θα οδηγεί στη διχοτόμηση. Η "διπλή ένωση", όπως θα ονομαστεί, εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, δεδομένου ότι εξασφαλίζει τη ΝΑΤΟποίηση της Κύπρου».

Ετσι φτάσαμε στην πρώτη διχοτόμηση με την επιβολή της πράσινης γραμμής.
Μετά την κρίση του '63, η λύση του κυπριακού ζητήματος για τους Αγγλοαμερικανούς, την Τουρκία, αλλά και την Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ΝΑΤΟποίησης.

Προς την ολοκλήρωση της διχοτόμησης

Η πρώτη ανοιχτή προσπάθεια ΝΑΤΟικής διχοτόμησης της Κύπρου επιχειρήθηκε το Γενάρη του 1964 αμέσως μετά την κρίση του Δεκέμβρη του προηγούμενου έτους. Ετσι, με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μ. Βρετανίας, οργανώθηκε στο Λονδίνο η περιβόητη πενταμερής Διάσκεψη, στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν η Μ. Βρετανία, η Ελλάδα, η Τουρκία, ένας εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων κι ένας των Τουρκοκυπρίων. 

Το γεγονός ότι δεν κλήθηκε να συμμετάσχει η κυπριακή κυβέρνηση είναι ενδεικτικό των προθέσεων και των επιδιώξεων των Αγγλοαμερικάνων οργανωτών. «Η πολιτική του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον στο Κυπριακό - γράφει ο Ν. Κρανιδιώτης - απέβλεπε τότε στην επιβολή μιας λύσης, που θα εξασφάλιζε την ενότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ (προλαμβάνοντας έτσι έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο), την αποτροπή σοβιετικής ανάμειξης στη διένεξη, την αποφυγή ευρύτερης διεθνοποίησης του θέματος (μέσω του ΟΗΕ) και, τέλος, την υπαγωγή της Κύπρου κάτω από Νατοϊκό έλεγχο». Στο πλαίσιο αυτό, στη Διάσκεψη κατατέθηκε ένα αγγλοαμερικανικό σχέδιο - έκτρωμα για την αντιμετώπισης της κυπριακής κρίσης που έμεινε στην ιστορία με την ονομασία «Σχέδιο Σάντις - Μπολ» (από τα ονόματα του υπουργού κοινοπολιτειακών υποθέσεων της Μ. Βρετανίας Ντάνκαν Σάντις και του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ). 

Το σχέδιο αυτό, εν συντομία, προέβλεπε την εγκατάσταση στην Κύπρο ΝΑΤΟικών στρατευμάτων, καταργούσε την κυπριακή κυβέρνηση, αλλά και την ίδια την Κύπρο ως ανεξάρτητο κράτος και την έθετε κάτω από τη διοίκηση του ΝΑΤΟ. 

Το σχέδιο, όμως, δεν είχε καμία τύχη, γιατί αντιτάχθηκε στην εφαρμογή του η κυπριακή κυβέρνηση υποστηριζόμενη στο εσωτερικό του νησιού από το ΑΚΕΛ και τον κυπριακό λαό και σε διεθνές επίπεδο από τη Σοβιετική Ενωση.

Μια δεύτερη προσπάθεια ΝΑΤΟποίησης - διχοτόμησης ήταν τα δύο σχέδια Ατσεσον, που υποβλήθηκαν στο διάστημα Ιουλίου - Αυγούστου 1964. Το πρώτο προέβλεπε την «ένωση» της νήσου με την Ελλάδα υπό τις εξής - μεταξύ άλλων - βασικές προϋποθέσεις:

- Να παραχωρηθεί κατά κυριαρχία στην Τουρκία η χερσόνησος της Καρπασίας (από το Μπογάζι μέχρι τα σύνορα της Μονής του Αποστόλου Ανδρέα) για να χρησιμοποιηθεί ως τουρκική στρατιωτική βάση.

- Οι Τουρκοκύπριοι εκτός βάσεως να τύχουν ειδικής μεταχείρισης: Δύο ή τρεις περιοχές της Κύπρου όπου οι Τουρκοκύπριοι είχαν την πλειοψηφία να μετατραπούν σε καντόνια, να αποτελέσουν, δηλαδή, ειδικές αυτόνομες περιοχές με δική τους αυτοδιοίκηση. Οι υπόλοιποι Τουρκοκύπριοι να υπαχθούν στην αρμοδιότητα ενός κεντρικού τουρκοκυπριακού οργανισμού και όσοι θα παραμείνουν κάτω από ελληνική διοίκηση να έχουν όλα τα μειονοτικά δικαιώματα.

- Να συσταθεί διεθνής επιτροπή, διορισμένη είτε από τον ΟΗΕ είτε από το ΝΑΤΟ, για την παρακολούθηση της εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ειδικά προνόμια και δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.

Το σχέδιο αυτό συνάντησε την πλήρη αντίθεση της κυπριακής πλευράς, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει μπει στο παιχνίδι του παζαρέματος, ελπίζοντας ότι τελικά θα πετύχει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με εδαφικά ανταλλάγματα, αλλά όσο το δυνατόν μικρότερα.

Τελικά, ο Ατσεσον τροποποίησε το πρώτο του σχέδιο και διαμόρφωσε ένα δεύτερο, που στα βασικά του σημεία προέβλεπε:

- Η περιοχή της Καρπασίας - μειωμένης, όμως, εκτάσεως σε σχέση με αυτήν που προέβλεπε το πρώτο σχέδιο - να εκμισθωθεί από την Τουρκία για 50 χρόνια.

- Αντί για δημιουργία τουρκοκυπριακών καντονιών, οι Τουρκοκύπριοι στις περιοχές που πλειοψηφούν να διοικούνται από Τουρκοκύπριους επάρχους και το διοικητικό προσωπικό να είναι κατά πλειοψηφία ομόφυλοί τους. Επίσης, αντί να δημιουργηθεί κεντρική τουρκοκυπριακή διοίκηση, να αναλάβει διεθνής ή άλλη προσωπικότητα την εποπτεία εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τους Τουρκοκύπριους κλπ. 

Η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε αμέσως το δεύτερο σχέδιο Ατσεσον, αλλά το απέρριψε η Τουρκία.

Στο διάστημα που διεξάγονταν οι ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις για τα σχέδια Ατσεσον, οι Αμερικανοί έσπρωχναν την Αθήνα να προωθήσει, σε συνεργασία με την κυπριακή κυβέρνηση, την πραξικοπηματική ένωση Κύπρου - Ελλάδας και, ταυτόχρονα, προετοίμαζαν την Τουρκία στο ενδεχόμενο της πραξικοπηματικής ένωσης να είναι έτοιμη να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο για να πάρει με τη δύναμη των όπλων όσα το σχέδιο Ατσεσον της έδινε.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να γίνει στην Κύπρο η τουρκική εισβολή, που έγινε το 1974, δέκα χρόνια νωρίτερα. Κι αν δεν πέτυχε το σχέδιό τους, αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι, τελικά, Αθήνα και Λευκωσία φοβήθηκαν να πάρουν το ρίσκο της πραξικοπηματικής ένωσης, που θα είχε ως προαποφασισμένο αποτέλεσμα την τουρκική εισβολή και τη διχοτόμηση.

Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας

Μετά την κατάρρευση των προαναφερόμενων αμερικανικών σχεδίων και μέχρι την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, το Κυπριακό γνώρισε διάφορες φάσεις στην εξέλιξή του, που, όμως, πάντοτε είχαν τη σφραγίδα των Αγγλοαμερικανών και του ΝΑΤΟ. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό εμφανίστηκε και στη διάρκεια της επταετίας. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι την επανέναρξη των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό την αποφάσισαν και την ανακοίνωσαν στις 14 Ιουνίου του 1967 οι υπουργοί Εξωτερικών της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ο διάλογος κατέληξε σε φιάσκο το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους, αλλά αυτό δεν ήταν το σπουδαιότερο για τους Αγγλοαμερικανούς, όσο ότι έφερναν σε μια ηρεμία τη νοτιοανατολική πτέρυγα της συμμαχίας και λίγο αργότερα, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, διαμόρφωναν τους καλύτερους δυνατούς όρους - με την προβοκάτσια του Κοφίνου και την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από το νησί - για μια μελλοντική τουρκική εισβολή και με τον κίνδυνο πρόκλησης ελληνοτουρκικού πολέμου ελαχιστοποιημένο.

Εχει σημασία να τονιστεί ότι με την αποχώρηση της μεραρχίας, η τουρκοκυπριακή πλευρά, έχοντας την έγκριση της Τουρκίας και των ΗΠΑ, προχώρησε σε μια σαφή διχοτομική ενέργεια: Συγκρότησε «Προσωρινή Τουρκοκυπριακή Διοίκηση» στην Κύπρο - με καταστατικό χάρτη (κάτι σαν σύνταγμα) - που λειτούργησε μάλιστα αποτελεσματικά και οργάνωσε τους Τουρκοκύπριους πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θέτοντας τις βάσεις για ό,τι έμελλε να επακολουθήσει.

Ετσι, μέσα από συνεχείς υπονομεύσεις της κυπριακής ανεξαρτησίας, μέσα από την ανάπτυξη ενός εθνικιστικού κλίματος και στις δύο κοινότητες, φτάσαμε τελικά στο πραξικόπημα του '74, στην τουρκική εισβολή και στη διχοτόμηση του Νησιού, στη «λύση», δηλαδή, του Κυπριακού όπως την επιδίωκαν οι ΗΠΑ και η Αγγλία.