ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΙΜΟΣ BLOG ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΤΟ ΕΤΟΣ 2018 ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ



Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος, είναι να διαγράψεις τη μνήμη του.Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του.Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία ...Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν.Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα».Δεν είναι κακό να μην αισθάνεται κανείς Έλληνας, όπως και να πιστεύει άκριτα, όπου αυτός θέλει, τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι άλλωστε το κάνουν αυτό, κακό είναι να διαστρεβλώνει την αλήθεια με ανύπαρκτες γνώσεις και ψεύδη! ”Το πολιτικό σύστημα θριαμβεύει επειδή είναι μια ενωμένη μειοψηφία που ενεργεί εναντίον μιας διαιρεμένης πλειοψηφίας.”

Τα κόμματα αντανακλούν κοινωνικές πραγματικότητες και ιδεολογικές αφετηρίες. Και μονάχα όταν η ίδια η κοινωνία τα απορρίψει, περνούν στην Ιστορία.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018

Οι ρίζες της σημερινής μας οικονομικής χρεοκοπίας βρίσκονται στο μαύρο καλοκαίρι της Κυπριακής Τραγωδίας του 1974


Η μεταπολιτευτική δημοκρατία γεννήθηκε πάνω στα ερείπια μιας μεγάλης εθνικής καταστροφής, την οποία ξεπερνά σε σημασία μόνο ο ξεριζωμός του Ελληνισμού της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης. Οι μέρες που διάγουμε σηματοδοτούν την οριστική κατάρρευση της μεταπολίτευσης, υπό το βάρος της οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας. 


Όμως, πολύ πριν χρεωκοπήσει οικονομικά, η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία είχε χρεωκοπήσει ηθικά. Η σημερινή της κατάρρευση, μέσα σε μία ατμόσφαιρα σήψης, αποσύνθεσης και ηθικής παρακμής, ήταν προδιαγεγραμμένη και έχει σε μεγάλο βαθμό τις ρίζες της σε εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1974. 

Την προδίκασε η αδυναμία της, ή ακριβέστερα η συνειδητή της άρνηση, να αποκαθάρει το άγος του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής και να αποδώσει δικαιοσύνη για την Κυπριακή Τραγωδία. Τιμωρώντας όσους άνοιξαν την Κερκόπορτα στο Πεντεμίλι της Κυρήνειας και τιμώντας όσους προέταξαν τα στήθη τους, υπερασπιζόμενοι τέσσερις χιλιάδες χρόνια ελληνικής ιστορίας στο νησί του Ευαγόρα.

Δεν υπάρχει τίποτα το μεταφυσικό σε αυτή τη διαπίστωση. Ούτε η μοίρα της ελλαδικής κοινωνίας το είχε γραμμένο – για όσους την θεωρούν πλοηγό της ζωής, ούτε ο Θεός μας τιμώρησε – για όσους πιστεύουν στην ύπαρξή Του. Απλά, η ηθική συγκρότηση μιας κοινωνίας, αποτελεί ασφαλή οδηγό και πρόκριμα για την κατάληξή της. 

Μία κοινωνία που ανέχτηκε τον ενταφιασμό της διερεύνησης των ευθυνών για μία τέτοια εθνική καταστροφή, ήταν θέμα χρόνου να συναντήσει την επόμενη.Τριάντα πέντε (και κάτι) χρόνια μετά, είναι ασήμαντος ιστορικός χρόνος. 

Θα μπορούσε να είχε συμβεί αργότερα, ή και νωρίτερα, ήταν όμως νομοτελειακό πως η κατάρρευση θα ερχόταν. Τα συμπτώματα της Ύβρεως που διαπράχθηκε ήσαν πολλά και εξόφθαλμα αλλά και το δέλεαρ που έπεισε το κοινωνικό σώμα να ανεχθεί τη συγκάλυψη, κι αυτό ήταν ευδιάκριτο.

Η Ύβρις υπήρξε τεράστια, ανήκουστη. Κανείς δεν τιμωρήθηκε για την ανείπωτη Τραγωδία! Οι στρατηγοί, ναύαρχοι, πτέραρχοι, και ό,τι άλλο τέλος πάντων ήταν τότε, που σχεδίασαν και εκτέλεσαν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου (ή δεν έκαναν τίποτα για να το εμποδίσουν, αρκούμενοι στο να μιλούν με τους Αμερικανούς και τον ξένο «παράγοντα»), έζησαν – ή ζουν ακόμα – εν τιμή, απολαμβάνοντας τίτλους, συντάξεις και προνόμια. Όσοι ολιγώρησαν μπροστά στον εισβολέα (ενώ ίσως είχαν αποδειχθεί «λιοντάρια» στο πραξικόπημα), δεν ελέγχθηκαν ποτέ. 

O θλιβερός θίασος που υποδυόταν την «ελληνική κυβέρνηση»κατά το πραξικόπημα και την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, δεν αντιμετώπισε ποτέ τη δικαιοσύνη. Οι πολιτικοί άνδρες που ανέλαβαν τα ηνία στις 23 Ιουλίου, δεν έδωσαν ποτέ εξηγήσεις για όσα έκαναν ή, το κυριότερο, παρέλειψαν να κάνουν, για να υπερασπιστούν την μεγαλόνησο από την ολοφάνερα επικείμενη δεύτερη φάση των επιχειρήσεων. 

Απεναντίας, όσοι ρίχτηκαν στις 20 Ιουλίου στον αγώνα, με το πάθος που πραγματικά ταίριαζε σε όσους αξιώθηκαν τέτοια τιμή, υβρίστηκαν, συκοφαντήθηκαν και αφέθηκαν ανενδοίαστα στη λήθη, στην αδιαφορία και στην απαξίωση. Και όσοι από αυτούς είχαν την ατυχία να απωλέσουν τη σωματική τους αρτιμέλεια ή την ψυχική και σωματική τους υγεία, υπέστησαν απίστευτους εξευτελισμούς από τη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία. 

Οι νεκροί, οι τραυματίες, οι αγνοούμενοι, οι πρόσφυγες, τα ορφανά, οι κακοποιημένες γυναίκες της εισβολής, αφέθηκαν να ξεχαστούν. Τι τύχη είχε μία δημοκρατία που διαπράττει τέτοια ανομία; Δεν ήταν φανερό πού θα κατέληγε;


Η Κυπριακή Τραγωδία του 1974 δεν είναι όμως ένα οποιοδήποτε γεγονός. Πρόκειται για μία πολιτικο-στρατιωτική ήττα που σημαδεύει ανεξίτηλα την Ιστορία του Έθνους και υποθηκεύει το μέλλον του Ελληνισμού σε μία πανάρχαια κοιτίδα του.

Τι είδους δημοκρατία είναι αυτή που αρνείται να διερευνήσει τα αίτια ενός τέτοιου εφιάλτη, επικαλούμενη πως θα διαταραχθούν οι σχέσεις της χώρας με τον «ξένο παράγοντα»; 

Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που ανέχεται, λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά την τραγωδία, υποκριτικό «άνοιγμα» του φακέλου της Κύπρου για να εξυπηρετηθούν εκλογικές σκοπιμότητες της στιγμής;

Δεν της αξίζει να καταρρεύσει μέσα στη γενική καταισχύνη; 

Μία δημοκρατία που αφήνει άταφους και λησμονημένους τους ήρωές της και ατιμώρητους τους υπεύθυνους μίας ιστορικής καταστροφής, επειδή 
«…ανακύπτει κίνδυνος να προκύψουν γεγονότα ικανά να διαταράξουν τας διεθνείς σχέσεις της Ελλάδος μετ’ άλλων κρατών…», δεν έχει προδιαγράψει το μέλλον της; 

Δεν ήταν φανερό πως η κοινωνία της θα άκουγε κάποτε έναν gauleiter από την Εσπερία να δηλώνει ωμά πως «η εθνική κυριαρχία των Ελλήνων θα περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό»;

Ξέρω πως πολλοί θα καγχάσουν με όσα υποστηρίζει αυτό το σημείωμα. «Τι σχέση έχει», θα πούν, «η οικονομική μας χρεωκοπία, με τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 1974»; “It’s the economy stupid!”, θα φωνάξουν οι γιάπηδες του LSE και του Harvard. Ποιά Κύπρος; Εδώ μιλάμε για ΑΕΠ, spreads, CDS, το διογκωμένο δημόσιο, τα swaps, τι είναι αυτά που μας λές; 

Πικρό και παγωμένο θα είναι όμως το γέλιο τους. Γιατί όλοι ξέρουμε πως μία κοινωνία χρεωκοπεί οριστικά, μόνο όταν διαλυθεί το σύστημα αξιών της. Αυτό είναι που της επιτρέπει να σταθεί όρθια και να αντέξει φυσικές και οικονομικές καταστροφές, πολέμους, αναποδιές και δυστυχίες. 

Η ελλαδική κοινωνία υπονόμευσε το σύστημα αξιών της, όταν απέστρεψε το πρόσωπο από την κυπριακή τραγωδία, για να κυνηγήσει την επίπλαστη οικονομική ευμάρεια της μεταπολίτευσης. Και τώρα είναι γονατισμένη και ανίκανη να αντιδράσει. 

Θα στοιχημάτιζε κανείς, έστω και μία πεντάρα, πως η ελλαδική κοινωνία έχει τη δύναμη να αντέξει μία πτώχευση; Γιατί, το δίλημμα του αν μπορεί να αντέξει κάτι πιο επώδυνο (όπως π.χ. την ανάγκη να υπερασπιστεί ενόπλως την ανεξαρτησία και την ακεραιότητά της), αρνούμαι ακόμη και να το εκφέρω ....

Πιστεύω πως η προσπάθεια που έκανε η κοινωνία μας να αποστρέψει το πρόσωπο από (τις ευθύνες της και το χρέος της προς) την Κύπρο, οδήγησε σε καταστάσεις περίεργες. Η πολιτική μας ηγεσία, γιορτάζει κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου την επάνοδο της Δημοκρατίας, με μία glamorous (παλαιότερα τουλάχιστον) δεξίωση της Προεδρίας. 

Η δεξίωση αυτή και ο χρόνος τέλεσής της, ενσαρκώνει την τραγωδία που ανεπίγνωστα μάλλον, έζησε η δική μου γενιά – η γενιά της μεταπολίτευσης, των σημερινών πενηντάρηδων. 

Ποτέ δεν κατάφερα να συνέλθω από την διαπίστωση πως την ώρα εκείνη, της 23ης Ιουλίου του 1974, που εγώ ανέμιζα μία σημαία στην Αθήνα πανηγυρίζοντας για την κατάρρευση της δικτατορίας, κάποια παιδιά της γειτονιάς μου, της πόλης μου, του συγγενικού μου κύκλου, της διπλανής πόρτας τελικά, πέθαιναν μαχόμενοι στην Κυπριακή Γή, σε μία μάχη αισχρά προδομένη.

Την ίδια ακριβώς ώρα που εγώ ανέμιζα τη σημαία και όλοι γύρω μου πανηγύριζαν, στην Κύπρο, η ΕΛΔΥΚ υπερασπιζόταν το στρατόπεδό της και τα όπλα της έπαιρναν φωτιά. 

Η ελλαδίτικη Α’ Μοίρα Καταδρομών έθαβε 30 καρβουνιασμένα παλικάρια, θύματα της γελοιότητας αυτών που δεν λογοδότησαν ποτέ, και έπαιρνε θέση για τη μάχη που κράτησε ελεύθερο το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Η 33η Μοίρα Καταδρομών είχε παραδώσει στην αγκαλιά του Πενταδάκτυλου τονΤαγματάρχη Κατσάνη και στην Αθανασία τους 120 αξιωματικούς και καταδρομείς της που προσπάθησαν να κλείσουν με τα κορμιά τους το ρήγμα της Κυρήνειας, από όπου έμπαινε σιδερόφρακτος πια ο Αττίλας. 

Η 31η Μοίρα Καταδρομών αγρυπνούσε φυλάγοντας τη ρημαγμένη Κυπριακή Γή, ανασταίνοντας με τη λαμπρή της δράση από τον Πενταδάκτυλο ως το Πυρόι, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα. Και η Δόξα μελετούσε το ανάστημα του Παύλου Κουρούπη, του Ελευθέριου Τσομάκη και των λαμπρών συμμαχητών τους, που διάλεξαν να στοιχειώσουν την Κυρήνεια με τη θυσία τους, παρά να φύγουν. Εμείς όμως στην Αθήνα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τίποτα από αυτά δεν γνωρίζαμε και τίποτα από αυτά δεν φαινόταν να μας νοιάζει. 

Το πανηγύρι της Μεταπολίτευσης, μόλις είχε ξεκινήσει. Δεν το σταματούσε ούτε η κλαγγή των όπλων, ούτε ο ορυμαγδός της μάχης από τη μαρτυρική Κύπρο. Δεν το σταμάτησε ούτε ο Αττίλας ΙΙ. Μόνο τώρα πια σταματάει, μάλλον με τον τρόπο που του άξιζε ....

Θα πρότεινα στο σημείο αυτό, πριν αποτιμήσει ο αναγνώστης τα όσα έγραψα σε αυτό το σημείωμα, να κάνει λίγο ακόμα υπομονή, και να γυρίσει τη ματιά του 80 χρόνια πίσω, για να κάνει μία σύγκριση. Για να σκεφτεί, αν ο ισχυρισμός του σημειώματος αυτού πως η ρίζα της χρεωκοπίας βρίσκεται στην απροθυμία της ελλαδικής κοινωνίας να αποκαθάρει το άγος του 1974, έχει κάποια βάση. 

Το Σεπτέμβρη του 1922, φαινόταν να καταρρέει όχι μόνο η «Μεγάλη Ιδέα» αλλά ολόκληρο το Ελληνικό Κράτος. Τελείωνε με το χειρότερο δυνατό τρόπο μία πολεμική περιπέτεια δέκα ετών. 

O διπλασιασμός της εδαφικής έκτασης της χώρας (1912-13) κινδύνευε να εξανεμιστεί από την οδυνηρή ήττα στη Μικρά Ασία, που έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη του Έθνους. Τα πάντα κατέρρεαν. Τα θλιβερά απομεινάρια μιας ένδοξης Στρατιάς διέρρεαν σε αποσύνθεση, μαζί με πλήθη προσφύγων που ετοιμάζονταν να περάσουν το Αιγαίο και να έλθουν στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Ας κάνει τώρα ο αναγνώστης ένα μικρό χρονικό άλμα: μόλις 18 χρόνια μετά, και μάλιστα ύστερα από μία περίοδο ανώμαλου πολιτικού βίου και αλλεπάλληλων στρατιωτικών κινημάτων, μία επίσημη χρεωκοπία (1932) και μία τετράχρονη δικτατορία,το ίδιο Έθνος έγραφε την εποποιία του ’40, γονατίζοντας κυριολεκτικά (τη μία) και ηθικά (την άλλη), δύο αυτοκρατορίες της εποχής.

Πώς επετεύχθη αυτό; Θα είχε συμβεί αν δεν είχε αποκαθαρθεί το άγος της Μικρασιατικής Καταστροφής με την δίκη και την εκτέλεση των 6; Θα είχε καταφέρει χωρίς αυτή την κάθαρση, η ηγεσία της εποχής, να συγκροτήσει τη Στρατιά του Έβρου και να επιτύχει τους όρους της Λωζάνης; Θα είχε σταθεί όρθιο το Έθνος; Αμφίβολο. Του «Έθνους η ειμαρμένη» απαίτησε Κάθαρση. Τιμωρία. Για κάποιους ίσως άδικα, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.

Ας συγκρίνει λοιπόν τώρα ο αναγνώστης, το τότε και το σήμερα. Η φτωχή, ηττημένη, ταπεινωμένη Ελλάδα του 1922, μετά την Κάθαρση της Μικρασιατικής Τραγωδίας στάθηκε στα πόδια της και ανάγκασε 18 χρόνια μετά όλη την οικουμένη να υποκλιθεί στο μεγαλείο της ελληνικής ψυχής. 

Αντίθετα, η ευημερούσα Ελλάδα του 1974, «ταϊστηκε» με «δημοκρατία», «σοσιαλισμό» και «οικονομική ανάπτυξη», και αγνόησε την ιστορική αναγκαιότητα και την αδήριτη εσωτερική ανάγκη του κοινωνικού σώματος για τιμωρία των ενόχων της Κυπριακής Τραγωδίας.

43 χρόνια μετά, και αφού είδε να περνά μπροστά της τόσος πλούτος όσος ίσως δεν είχε εμφανιστεί σε καμμία άλλη περίοδο του ελεύθερου βίου της, η Ελλαδική κοινωνίακαταρρέει παταγωδώς. Καταρρέει, βασανιστικά και εξευτελιστικά, περίγελως των Εθνών της Γης. 

Μη έχοντας ηθική πυξίδα, εκμαυλισμένη και αποπροσανατολισμένη, διαλύεται αδυνατώντας να βρεί στήριγμα στην εθελόδουλη μεταπολιτευτική πολιτική elite, αλλά και στη γελοία, νεο-πλουτίστικη οικονομική elite (της οποίας οι «εκλεκτοί», κάποτε διασκέδαζαν εκτοξεύοντας αλλήλοις αστακούς, σε εκείνα τα «υπέροχα» καλοκαιρινά μυκονιάτικα parties της περιόδου του Χρηματιστηρίου, έξοχα δείγματα της αισθητικής μιας μεταπολίτευσης που οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια του Κυπριακού Ελληνισμού). 

Μετά από αυτή την ιστορική αντίστιξη, ας καγχάσει όποιος θέλει για το περιεχόμενο αυτού του άρθρου. Αν μπορεί, φυσικά. Οι σκιές του Κυπριακού καλοκαιριού του 1974, και το βλέμμα εκείνου του αγοριού μπροστά στον τοίχο που κραυγάζει μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της φωτογραφίας 

«Κανένας δεν ξεχνά, Τίποτα δεν ξεχνιέται!» θα στοιχειώνουν για πάντα τις μέρες μας. 

Η Κύπρος τιμωρεί διαχρονικά και αυτούς που «εμήδισαν», και αυτούς που την ξέχασαν. Μάλλον, δεν θα καταφέρουμε να μάθουμε με σιγουριά αν κάποιοι «εμήδισαν», απλά το υποπτευόμαστε. Σίγουρα όμως, η ελλαδική κοινωνία επέλεξε να ξεχάσει. 

Αλλά, όπως μαρτυρά ο σοφός λαός, όπως στρώνει κανείς, έτσι κοιμάται.

Kίμωνος, του Αθηναίου

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΕΧΘΡΟΥΣ.

ΕΛΛΗΝΕΣ και ΣΕΡΒΟΙ 
ΟΙ ΜΟΝΟΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ 
ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΑΞΟΝΑ 
ΟΤΑΝ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΗΛΩΝΕ 
ΕΠΙΤΗΔΕΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΗ
ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ
ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΕΧΘΡΟΥΣ.










Το κυπριακό ζήτημα 
και 
η αγγλοαμερικανική πολιτική

Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, το κυπριακό ζήτημα κινήθηκε ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη , δηλαδή ανάμεσα στα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για όσο διάστημα κρατούσε τα ηνία του αποικιοκρατικού κόσμου, η Αγγλία θεωρούσε την Κύπρο αναπόσπαστο τμήμα της αυτοκρατορίας της. Αλλά κι όταν το αποικιοκρατικό της σύστημα κατέρρευσε, η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν εγκατέλειψε την Κύπρο, γνωρίζοντας τη στρατηγική της αξία, αναφορικά με τον έλεγχο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Με το ίδιο σκεπτικό, ενήργησαν και οι Αμερικανοί ως νέοι ηγέτες του παγκόσμιου χάρτη-Γάλτα, εντάσσοντας το νησί στο στρατηγικό σχεδιασμό, το δικό τους και του ΝΑΤΟ. Ετσι, από το 1949, που ιδρύεται το ΝΑΤΟ, και μετά, η Κύπρος θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της νοτιοανατολικής πτέρυγας της ατλαντικής συμμαχίας.
Κυπριακό και αγγλοαμερικανική πολιτική στη δεκαετία του '50
Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του '50, οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχειρούν μια νόθα διεθνοποίηση του κυπριακού προβλήματος, τέτοια που να μην έρχεται σε αντίθεση με τις αμερικανοβρετανικές επιθυμίες. Αλλά κι αυτή η κολοβή διεθνοποίηση σκοντάφτει, δεδομένου ότι και τις δύο φορές που θα φτάσει το θέμα στον ΟΗΕ (1951 και 1954) Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονται από την ίδια πλευρά, αντιμέτωπες της απελευθέρωσης της Κύπρου και της αυτοδιάθεσης του πληθυσμού της. Οι σύμμαχοι - έγραφε το «Βήμα» το Δεκέμβρη του '54 - «μετεβλήθησαν εις συνωμότας διά να καταπνίξουν τη φωνή ενός υπερηφάνου λαού». Και η «Καθημερινή» συμπλήρωνε: «Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απέδειξε, χωρίς καμιά δυνατή παρερμηνεία, πως η πίστη της προς την Ελευθερία μπορεί να γίνει αντικείμενο παζαρέματος... Απέδειξε, δηλαδή, η αμερικανική κυβέρνηση πως η πίστη της δεν είναι πίστη και πως τα ιδανικά που διαφημίζει στις ξένες αγορές δεν είναι ιδανικά, παρά μια πραμάτεια σαν κάθε άλλη».
Το 1955, το Κυπριακό δεν έγινε κατορθωτό να εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αφού 28 χώρες ψήφισαν κατά της εγγραφής (ανάμεσά τους όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ, πλην της Ελλάδας και της Ισλανδίας), 22 υπέρ και 10 αποχές.
Συνέπεια της αγγλοαμερικανικής πολιτικής αυτής της περιόδου είναι και η εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό. Η ανοιχτή εμπλοκή της Τουρκίας στο ζήτημα της Κύπρου έχει την αρχή της στα τέλη Ιουνίου του 1955, όταν η Μεγάλη Βρετανία πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει Ελλάδα και Τουρκία σε τριμερή Διάσκεψη στο Λονδίνο για το Κυπριακό, με κύριο σκοπό να κερδίσει χρόνο, να ματαιώσει τη συζήτηση μιας πιθανής νέας προσφυγής της Ελλάδας στον ΟΗΕ για το θέμα, να περιορίσει στο μέγιστο δυνατό τη διεθνή διάσταση του ζητήματος και να το κλείσει στα στενά πλαίσια τριών και μόνο χωρών, όπου ο δικός της ρόλος θα είναι ηγεμονικός και, τέλος, να καταστήσει την Τουρκία ισότιμο συνομιλητή στις υποθέσεις της Κύπρου, αδυνατίζοντας αισθητά την ελληνική θέση. Βάζοντας στο παιχνίδι την Τουρκία, η Μ. Βρετανία χρησιμοποιούσε ανοιχτά την απειλή τη διχοτόμησης για να προωθεί κάθε φορά τα σχέδιά της στην Κύπρο. Η στάση της σ' αυτό το θέμα είναι απολύτως σαφής και στα κατά καιρούς σχέδια επίλυσης του Κυπριακού που παρουσίασε, βάση των οποίων αποτελούσε πάντοτε η αρχή της διχοτόμησης. Το τελευταίο - και κατά πολλούς το χειρότερο απ' όλα - βρετανικό σχέδιο διχοτόμησης που προτάθηκε και επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ήταν το σχέδιο Μακ Μίλαν (19/6/1958), το οποίο έφερε τον τίτλο «Σχέδιο για Συνεταιρισμό στην Κύπρο» και, στα βασικότερα σημεία του, προέβλεπε:
- Τη σύνδεση της Κύπρου με τη Μεγάλη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία και τη συνεργασία των κυβερνήσεων των τριών κρατών για τη διοίκηση του νησιού.
- Το διορισμό ενός αντιπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης κι ενός αντιπροσώπου της τουρκικής, οι οποίοι, μαζί με τον Αγγλο κυβερνήτη του νησιού, θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της Κύπρου.
- Τη συγκρότηση δύο Κοινοβουλίων, ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού.
- Οι κάτοικοι του νησιού θα είχαν δύο ιθαγένειες. Ολοι ανεξαιρέτως τη βρετανική και οι μεν Ελληνοκύπριοι επιπλέον την ελληνική, οι δε Τουρκοκύπριοι επιπλέον την τουρκική.
- Το καθεστώς αυτό του «Συνεταιρισμού» θα διαρκούσε επτά χρόνια και στο διάστημα αυτό θα απαγορευόταν οποιαδήποτε συζήτηση για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη αλλαγή κυριαρχίας.
Η ανακοίνωση του σχεδίου Μακ Μίλαν και η έναρξη της εφαρμογής του την 1η Οκτώβρη 1958 - μια έναρξη, που, ουσιαστικά, στόχευε να εκβιάσει τις εξελίξεις στην κατεύθυνση των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου - έφεραν αποτέλεσμα. Οι εν λόγω συμφωνίες ήταν θέμα χρόνου.
Η απαρχή του διαμελισμού της Κύπρου
Μετά την υπογραφή των Συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, η Κύπρος αποκτά κρατική υπόσταση. Το Σεπτέμβρη του '60 έγινε μέλος του ΟΗΕ, το Μάρτη του 1961 μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, το Μάη του 1961 μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και το Σεπτέμβρη του 1961 εντάσσεται στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. «Η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών - γράφει ο Ν. Κρανιδιώτης - γίνεται οξύτερη, αφότου, μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου ανατρέπεται ο συσχετισμός δυνάμεων στο χώρο της Μέσης Ανατολής και μεταβάλλονται οι διεθνείς συνθήκες στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και την Ασία (Κούβα, Βιετνάμ κλπ.). Η Αίγυπτος, η Λιβύη, η Συρία, η Υεμένη συνάπτουν συμμαχίες με τη Σοβιετική Ενωση και ρωσικά πολεμικά σκάφη διεισδύουν στην Ανατολική Μεσόγειο. 
Το σοβιετικό οπλοστάσιο εμπλουτίζεται με διηπειρωτικούς πυραύλους και ο Ρώσος αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν εκτελεί στις 12 Απριλίου 1961 την πρώτη πτήση στο Διάστημα.
Η Μ. Βρετανία δεν είναι πια σε θέση να αναλάβει την άμυνα του ευαίσθητου αυτού χώρου. Ετσι, αυξάνεται το αμερικανικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα από το Δεκέμβριο του 1963, καιπροωθείται συστηματικά πλέον από αγγλοαμερικανικής πλευράς μια Νατοϊκή, διχοτομική λύση του Κυπριακού».
Ο αγγλοαμερικανικός ιμπεριαλισμός κάνει ό,τι μπορεί για να σπρώξει τα πράγματα στην Κύπρο σε διχοτομικές λύσεις και προς αυτήν την κατεύθυνση συνδαυλίζει την κρίση του '63, ενθαρρύνοντας τον Μακάριο να προωθήσει συνταγματικές αλλαγές. «Υποστηρίζεται βάσιμα - γράφει ο Σπ. Λιναρδάτος - ότι το Λονδίνο έσπρωξε τον Μακάριο να επισπεύσει τις διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος, ακριβώς γιατί ήθελε να προκληθεί η κρίση... Το Λονδίνο και πολύ εντονότερα η Ουάσιγκτον θα θελήσουν να επαναφέρουν στην επικαιρότητα την "ένωση" της Κύπρου με την Ελλάδα, με τρόπο, όμως, τέτοιο που θα οδηγεί στη διχοτόμηση. Η "διπλή ένωση", όπως θα ονομαστεί, εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, δεδομένου ότι εξασφαλίζει τη ΝΑΤΟποίηση της Κύπρου».
Ετσι φτάσαμε στην πρώτη διχοτόμηση με την επιβολή της πράσινης γραμμής.
Μετά την κρίση του '63, η λύση του κυπριακού ζητήματος για τους Αγγλοαμερικανούς, την Τουρκία, αλλά και την Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ΝΑΤΟποίησης.
Προς την ολοκλήρωση της διχοτόμησης
Η πρώτη ανοιχτή προσπάθεια ΝΑΤΟικής διχοτόμησης της Κύπρου επιχειρήθηκε το Γενάρη του 1964 αμέσως μετά την κρίση του Δεκέμβρη του προηγούμενου έτους. Ετσι, με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μ. Βρετανίας, οργανώθηκε στο Λονδίνο η περιβόητη πενταμερής Διάσκεψη, στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν η Μ. Βρετανία, η Ελλάδα, η Τουρκία, ένας εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων κι ένας των Τουρκοκυπρίων. Το γεγονός ότι δεν κλήθηκε να συμμετάσχει η κυπριακή κυβέρνηση είναι ενδεικτικό των προθέσεων και των επιδιώξεων των Αγγλοαμερικάνων οργανωτών. «Η πολιτική του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον στο Κυπριακό - γράφει ο Ν. Κρανιδιώτης - απέβλεπε τότε στην επιβολή μιας λύσης, που θα εξασφάλιζε την ενότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ (προλαμβάνοντας έτσι έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο), την αποτροπή σοβιετικής ανάμειξης στη διένεξη, την αποφυγή ευρύτερης διεθνοποίησης του θέματος (μέσω του ΟΗΕ) και, τέλος, την υπαγωγή της Κύπρου κάτω από Νατοϊκό έλεγχο». Στο πλαίσιο αυτό, στη Διάσκεψη κατατέθηκε ένα αγγλοαμερικανικό σχέδιο - έκτρωμα για την αντιμετώπισης της κυπριακής κρίσης που έμεινε στην ιστορία με την ονομασία «Σχέδιο Σάντις - Μπολ» (από τα ονόματα του υπουργού κοινοπολιτειακών υποθέσεων της Μ. Βρετανίας Ντάνκαν Σάντις και του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ). Το σχέδιο αυτό, εν συντομία, προέβλεπε την εγκατάσταση στην Κύπρο ΝΑΤΟικών στρατευμάτων, καταργούσε την κυπριακή κυβέρνηση, αλλά και την ίδια την Κύπρο ως ανεξάρτητο κράτος και την έθετε κάτω από τη διοίκηση του ΝΑΤΟ. Το σχέδιο, όμως, δεν είχε καμία τύχη, γιατί αντιτάχθηκε στην εφαρμογή του η κυπριακή κυβέρνηση υποστηριζόμενη στο εσωτερικό του νησιού από το ΑΚΕΛ και τον κυπριακό λαό και σε διεθνές επίπεδο από τη Σοβιετική Ενωση.
Μια δεύτερη προσπάθεια ΝΑΤΟποίησης - διχοτόμησης ήταν τα δύο σχέδια Ατσεσον, που υποβλήθηκαν στο διάστημα Ιουλίου - Αυγούστου 1964. Το πρώτο προέβλεπε την «ένωση» της νήσου με την Ελλάδα υπό τις εξής - μεταξύ άλλων - βασικές προϋποθέσεις:
Να παραχωρηθεί κατά κυριαρχία στην Τουρκία η χερσόνησος της Καρπασίας (από το Μπογάζι μέχρι τα σύνορα της Μονής του Αποστόλου Ανδρέα) για να χρησιμοποιηθεί ως τουρκική στρατιωτική βάση.
- Οι Τουρκοκύπριοι εκτός βάσεως να τύχουν ειδικής μεταχείρισης: Δύο ή τρεις περιοχές της Κύπρου όπου οι Τουρκοκύπριοι είχαν την πλειοψηφία να μετατραπούν σε καντόνια, να αποτελέσουν, δηλαδή, ειδικές αυτόνομες περιοχές με δική τους αυτοδιοίκηση. Οι υπόλοιποι Τουρκοκύπριοι να υπαχθούν στην αρμοδιότητα ενός κεντρικού τουρκοκυπριακού οργανισμού και όσοι θα παραμείνουν κάτω από ελληνική διοίκηση να έχουν όλα τα μειονοτικά δικαιώματα.
- Να συσταθεί διεθνής επιτροπή, διορισμένη είτε από τον ΟΗΕ είτε από το ΝΑΤΟ, για την παρακολούθηση της εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στα ειδικά προνόμια και δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.
Το σχέδιο αυτό συνάντησε την πλήρη αντίθεση της κυπριακής πλευράς, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει μπει στο παιχνίδι του παζαρέματος, ελπίζοντας ότι τελικά θα πετύχει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με εδαφικά ανταλλάγματα, αλλά όσο το δυνατόν μικρότερα.
Τελικά, ο Ατσεσον τροποποίησε το πρώτο του σχέδιο και διαμόρφωσε ένα δεύτερο, που στα βασικά του σημεία προέβλεπε:
- Η περιοχή της Καρπασίας - μειωμένης, όμως, εκτάσεως σε σχέση με αυτήν που προέβλεπε το πρώτο σχέδιο - να εκμισθωθεί από την Τουρκία για 50 χρόνια.
- Αντί για δημιουργία τουρκοκυπριακών καντονιών, οι Τουρκοκύπριοι στις περιοχές που πλειοψηφούν να διοικούνται από Τουρκοκύπριους επάρχους και το διοικητικό προσωπικό να είναι κατά πλειοψηφία ομόφυλοί τους. Επίσης, αντί να δημιουργηθεί κεντρική τουρκοκυπριακή διοίκηση, να αναλάβει διεθνής ή άλλη προσωπικότητα την εποπτεία εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τους Τουρκοκύπριους κλπ. Η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε αμέσως το δεύτερο σχέδιο Ατσεσον, αλλά το απέρριψε η Τουρκία.
Στο διάστημα που διεξάγονταν οι ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις για τα σχέδια Ατσεσον, οι Αμερικανοί έσπρωχναν την Αθήνα να προωθήσει, σε συνεργασία με την κυπριακή κυβέρνηση, την πραξικοπηματική ένωση Κύπρου - Ελλάδας και, ταυτόχρονα, προετοίμαζαν την Τουρκία στο ενδεχόμενο της πραξικοπηματικής ένωσης να είναι έτοιμη να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο για να πάρει με τη δύναμη των όπλων όσα το σχέδιο Ατσεσον της έδινε.
Δηλαδή, με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να γίνει στην Κύπρο η τουρκική εισβολή, που έγινε το 1974, δέκα χρόνια νωρίτερα.Κι αν δεν πέτυχε το σχέδιό τους, αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι, τελικά, Αθήνα και Λευκωσία φοβήθηκαν να πάρουν το ρίσκο της πραξικοπηματικής ένωσης, που θα είχε ως προαποφασισμένο αποτέλεσμα την τουρκική εισβολή και τη διχοτόμηση.
Η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας
Μετά την κατάρρευση των προαναφερόμενων αμερικανικών σχεδίων και μέχρι την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, το Κυπριακό γνώρισε διάφορες φάσεις στην εξέλιξή του, που, όμως, πάντοτε είχαν τη σφραγίδα των Αγγλοαμερικανών και του ΝΑΤΟ. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό εμφανίστηκε και στη διάρκεια της επταετίας. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι την επανέναρξη των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό την αποφάσισαν και την ανακοίνωσαν στις 14 Ιουνίου του 1967 οι υπουργοί Εξωτερικών της Ατλαντικής Συμμαχίας. 
Ο διάλογος κατέληξε σε φιάσκο το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους, αλλά αυτό δεν ήταν το σπουδαιότερο για τους Αγγλοαμερικανούς, όσο ότι έφερναν σε μια ηρεμία τη νοτιοανατολική πτέρυγα της συμμαχίας και λίγο αργότερα, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, διαμόρφωναν τους καλύτερους δυνατούς όρους - με την προβοκάτσια του Κοφίνου και την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από το νησί - για μια μελλοντική τουρκική εισβολή και με τον κίνδυνο πρόκλησης ελληνοτουρκικού πολέμου ελαχιστοποιημένο.
Εχει σημασία να τονιστεί ότι με την αποχώρηση της μεραρχίας, η τουρκοκυπριακή πλευρά, έχοντας την έγκριση της Τουρκίας και των ΗΠΑ, προχώρησε σε μια σαφή διχοτομική ενέργεια: Συγκρότησε «Προσωρινή Τουρκοκυπριακή Διοίκηση» στην Κύπρο - με καταστατικό χάρτη (κάτι σαν σύνταγμα) - που λειτούργησε μάλιστα αποτελεσματικά και οργάνωσε τους Τουρκοκύπριους πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, θέτοντας τις βάσεις για ό,τι έμελλε να επακολουθήσει.
Ετσι, μέσα από συνεχείς υπονομεύσεις της κυπριακής ανεξαρτησίας, μέσα από την ανάπτυξη ενός εθνικιστικού κλίματος και στις δύο κοινότητες, φτάσαμε τελικά στο πραξικόπημα του '74, στην τουρκική εισβολή και στη διχοτόμηση του Νησιού, στη «λύση», δηλαδή, του Κυπριακού όπως την επιδίωκαν οι ΗΠΑ και η Αγγλία.
ΦΟΙΒΟΣ

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

ΠΩΣ Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΩΣ ΣΤΟΝ ΑΤΤΙΛΑ ΤΗΝ 19η ΙΟΥΛΙΟΥ 1974! Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε

Η ομιλία του Μακαρίου στον ΟΗΕ 

που “άνοιξε την πόρτα” στον Αττίλα

Σαν σήμερα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΕ γίνεται η ομιλία του "Εθνάρχη" Μακαρίου, ο οποίος ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για τον Αττίλα, την στρατιωτική εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο μας, που είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρών και αγνοούμενων. Ο Μακάριος ξεκινά ευχαριστώντας τους Άγγλους (που μέχρι πριν λίγο καιρό κατείχαν το νησί και κρεμούσαν τους Ήρωες της ΕΟΚΑ) και ακολούθως καλεί τους Τούρκους να εισβάλλουν στην Κύπρο. Χωρίς περαιτέρω σχόλια, σας παραθέτουμε το ιστορικό αυτό ντοκουμέντο της εθνοπροδοσίας. 
Ομιλία Μακαρίου στο Σ. Ασφαλείας (19-7-1974)
"Θα ήθελα πρώτα να εκφράσω τις θερμότερες ευχαριστίες μου προς τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, για το έντονο ενδιαφέρον τους ως προς την κρίσιμη κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα, που οργάνωσε το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας και που υλοποίησαν οι Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούν και διοικούν την κυπριακή εθνοφρουρά.
Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων στο Συμβούλιο Ασφαλείας για τη συμφωνία του να αναβάλει τη συνεδρίαση αυτή μέχρι την άφιξή μου, δίνοντάς μου έτσι την ευκαιρία να παρουσιασθώ ενώπιόν του και να αναφερθώ στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα της Κύπρου.
Τα όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, από την περασμένη Δευτέρα το πρωί, είναι μία πραγματική τραγωδία. Το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας παραβίασε κατάφωρα την ανεξαρτησία της Κύπρου.
Χωρίς ίχνος σεβασμού για τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού, χωρίς ίχνος σεβασμού για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Δημοκρατίας της Κύπρου, η ελληνική χούντα επεξέτεινε τη δικτατορία στο κυπριακό έδαφος. Είναι γεγονός, ότι εδώ και λίγο καιρό η πρόθεσή τους είχε γίνει φανερή. Ο κυπριακός λαός είχε την αίσθηση, εδώ και πολύ καιρό, ότι ετοιμαζόταν πραξικόπημα από την ελληνική χούντα, και η αίσθηση αυτή έγινε ακόμα εντονότερη τις τελευταίες εβδομάδες, όταν η τρομοκρατική οργάνωση "ΕΟΚΑ Β", υποκινούμενη από την Αθήνα, πολλαπλασίασε τις βιαιότητές της.
Ανέκαθεν γνώριζα, ότι η παράνομη αυτή οργάνωση είχε τις ρίζες και τις πηγές ανεφοδιασμού της στην Αθήνα. Εδώ και καιρό αντιλήφθηκα, ότι οι Έλληνες, που υπηρετούσαν και διοικούσαν την εθνοφρουρά, στρατολογούσαν μέλη της οργάνωσης αυτής και την υποστήριζαν με διάφορους τρόπους, μέχρι που τη βοηθούσαν να έχει πρόσβαση στις αποθήκες πυρομαχικών της εθνοφρουράς. Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί έκαναν ανοικτή προπαγάνδα υπέρ της παράνομης αυτής οργάνωσης, και μετέτρεψαν την εθνοφρουρά, από κρατικό όργανο, σε όργανο ανατροπής της εξουσίας.
Κάθε φορά που, κατά καιρούς, παραπονέθηκα στην Αθήνα για την ανάρμοστη συμπεριφορά των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς, η απάντηση ήταν ότι, εάν παρουσίαζα ισχυρές αποδείξεις, οι ένοχοι θα ανακαλούντο στην Ελλάδα. Από την όλη στάση της μου δημιουργήθηκε η ορθή εντύπωση, ότι η μόνιμη απάντησή της αποτελούσε προσποίηση αθωότητας. Εδώ και λίγες ημέρες έφθασαν έγγραφα στα χέρια της αστυνομίας, που αποδεικνύουν σαφέστατα, ότι η "ΕΟΚΑ Β" δεν ήταν παρά παράρτημα του καθεστώτος των Αθηνών.
Η κυβέρνηση των Αθηνών χορηγούσε οικονομική βοήθεια για τη συντήρηση της οργάνωσης, και τής έδινε λεπτομερείς οδηγίες για τις δραστηριότητές της. Θεώρησα αναγκαίο να στείλω μία επιστολή στον πρόεδρο της Ελλάδας, στρατηγό Γκιζίκη, ζητώντας του να δώσει εντολή για την κατάπαυση της βίας και της αιματοχυσίας και για τη διάλυση της "ΕΟΚΑ Β". Επίσης, τού ζήτησα να ανακληθούν οι Έλληνες της κυπριακής εθνοφρουράς, προσθέτοντας ότι σκοπεύω να μειώσω την αριθμητική δύναμη του σώματος αυτού και να το μεταφέρω σε κρατικό όργανο. Είχα την εντύπωση, ότι το καθεστώς των Αθηνών δεν επιθυμούσε τη μείωση των μελών της εθνοφρουράς, ούτε, βέβαια, την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών.
Ακολούθως, με επισκέφθηκε ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κύπρο, κατόπιν εντολής της κυβερνήσεώς του, για να μού εξηγήσει, ότι η αριθμητική μείωση των μελών της εθνοφρουράς ή η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών θα οδηγούσαν στην εξασθένιση της κυπριακής άμυνας, σε περίπτωση τουρκικού κινδύνου. Αυτό το επιχείρημα, παρόλο που φαινόταν λογικό, δεν ήταν καθόλου πειστικό, διότι γνώριζα, ότι πίσω από αυτό εκρύβοντο άλλα συμφέροντα. Απάντησα ότι, όπως έδειχναν να εξελίσσονται τα πράγματα, θεωρούσα τον τουρκικό κίνδυνο πιο ασήμαντο από τον ελληνικό. Και, όπως αποδείχθηκε, οι φόβοι μου ήσαν δικαιολογημένοι.
Το Σάββατο, 13 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνάντηση υπό την προεδρία του στρατηγού Γκιζίκη, η οποία διήρκεσε πολλές ώρες. Παρόντες ήσαν ο Έλληνας διοικητής των ενόπλων δυνάμεων, ο πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κύπρο, ο διοικητής της Εθνοφρουράς και άλλοι αξιωματούχοι. Σκοπός της συνάντησης αυτής ήταν να συζητηθεί το περιεχόμενο της επιστολής μου.
Το σχετικό ανακοινωθέν, που εξεδόθη στο τέλος της συνάντησης, ανέφερε ότι η συνάντηση θα επαναληφθεί στις 15 Ιουλίου, ημέρα Δευτέρα. Αυτή η αναφορά ήταν παραπλανητική. Διότι, ενώ τη Δευτέρα περίμενα την απάντηση στην επιστολή μου, η απάντηση που ήρθε ήταν το πραξικόπημα.
Την ημέρα εκείνη επέστρεψα από την εξοχική μου κατοικία στο βουνό Τρόοδος, όπου βρισκόμουν το Σαββατοκύριακο, και στις 8:00 π.μ. έφθασα στο γραφείο μου, στο προεδρικό μέγαρο. Μισή ώρα αργότερα υποδέχθηκα στην αίθουσα δεξιώσεων μία ομάδα αγοριών και κοριτσιών, μελών της Ελληνικής Ορθόδοξης Νεολαίας Καίρου, που είχαν έρθει στην Κύπρο ως προσκεκλημένοι μου, για λίγες ημέρες. Καλά-καλά δεν πρόλαβα να τους καλωσορίσω, όταν ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα οι πυροβολισμοί πολλαπλασιάσθηκαν, και ένα μέλος της προεδρικής φρουράς με πληροφόρησε ότι τεθωρακισμένα άρματα και οχήματα είχαν περάσει την έξω πύλη και βρίσκοντο ήδη στο προαύλιο του προεδρικού μεγάρου, που εσείετο από τους βομβαρδισμούς. Σύντομα η κατάσταση έγινε κρίσιμη. Προσπάθησα να συνδεθώ τηλεφωνικά με το κτίριο της Κυπριακής Ραδιοφωνίας, για να στείλω ειδική ανακοίνωση ότι γινόταν επίθεση στο προεδρικό μέγαρο, αλλά αντιλήφθηκα ότι οι τηλεφωνικές γραμμές είχαν διακοπεί. 
Οι πυροβολισμοί αυξάνοντο συνεχώς. Νομίζω, ότι σώθηκα ως εκ θαύματος της θείας πρόνοιας. Όταν πλέον βρέθηκα στην περιοχή της Πάφου, απέστειλα ραδιοφωνικό μήνυμα στο λαό από έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, πληροφορώντας τον ότι είμαι ζωντανός και ότι θα αγωνισθώ μαζί του ενάντια στη δικτατορία, που προσπαθεί να επιβάλει το ελληνικό καθεστώς.
Δεν σκοπεύω να απασχολήσω περισσότερο τα αξιότιμα μέλη του Συμβουλίου με την προσωπική μου περιπέτεια. Απλώς θα ήθελα να προσθέσω, ότι τη δεύτερη ημέρα της ένοπλης επίθεσης τα τεθωρακισμένα κατευθύνθηκαν προς την Πάφο, ενώ ταυτόχρονα ένα μικρό πολεμικό πλοίο της εθνοφρουράς άρχισε να βομβαρδίζει τη μητρόπολη της Πάφου, όπου έμενα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, θεώρησα φρονιμότερο να εγκαταλείψω την Κύπρο, παρά να πέσω στα χέρια της ελληνικής χούντας.
Είμαι ευγνώμων στη βρεττανική κυβέρνηση, που μού χορήγησε ελικόπτερο, το οποίο με μετέφερε από την Πάφο στις βρεττανικές βάσεις, και αεροπλάνο από τις βάσεις στο Λονδίνο, μέσω Μάλτας. Είμαι επίσης ευγνώμων στον ειδικό αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα και στο διοικητή των ειδικών ειρηνευτικών δυνάμεων του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο, για το ενδιαφέρον που έδειξαν για την ασφάλειά μου. Η παρουσία μου στην αίθουσα αυτή κατέστη δυνατή χάρις στη βοήθεια της βρεττανικής κυβέρνησης και των εκπροσώπων του Γενικού Γραμματέα, δρος Βαλντχάιμ. Το ενδιαφέρον τους για το άτομό μου, και για την κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Κύπρος, με συγκινεί ως τα μύχια της ψυχής μου.
Δεν γνωρίζω ακόμα όλες τις λεπτομέρειες της κρίσης, που δημιούργησε η ελληνική στρατιωτική κυβέρνηση στην Κύπρο. Φοβούμαι, ότι ο αριθμός των νεκρών είναι μεγάλος και οι υλικές φθορές ανυπολόγιστες. Ωστόσο, πρωταρχικό μας μέλημα, τη στιγμή αυτή, είναι να δοθεί ένα τέλος στην τραγωδία.
Όταν έφθασα στο Λονδίνο, πληροφορήθηκα το περιεχόμενο της ομιλίας του εκπροσώπου της ελληνικής χούντας στα Ηνωμένα Έθνη. Εξεπλάγην, με τον τρόπο που προσπαθούν να εξαπατήσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη. Χωρίς καν να κοκκινίζει από ντροπή, η ελληνική χούντα προσπαθεί να απλοποιήσει την κατάσταση, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει ανάμειξη στην ένοπλη επίθεση και ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών αποτελούν ενδοκοινοτική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι, που πιστεύουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Το πραξικόπημα δεν έγινε υπό συνθήκες τέτοιες, που να το καθιστούν εσωτερικό ελληνοκυπριακό ζήτημα. Πρόκειται σαφώς για εισβολή εκ των έξω, μαζί με κατάφωρη παραβίαση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Το λεγόμενο πραξικόπημα είναι δημιούργημα των Ελλήνων αξιωματικών, που αποτελούν και διοικούν την εθνοφρουρά. Πρέπει, επίσης, να τονίσω το ότι η ελληνική δύναμη, που αποτελείται από 950 αξιωματικούς και στρατιώτες, οι οποίοι βρίσκονται στην Κύπρο δυνάμει της Συνθήκης Συμμαχίας, διεδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στην επιθετική αυτή υπόθεση κατά της Κύπρου. Η κατάληψη του αεροδρομίου έγινε από αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης, που έχει το στρατόπεδό της κοντά στο αεροδρόμιο. 
Αρκεί να πούμε στο σημείο αυτό, πως ορισμένες φωτογραφίες, που δημοσίευσε ο παγκόσμιος τύπος, έδειχναν τεθωρακισμένα που ανήκουν στην ελληνική δύναμη. Από την άλλη πλευρά, Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούσαν στην εθνοφρουρά, διηύθυναν τις επιχειρήσεις. Στις επιχειρήσεις αυτές στρατολογούσαν μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης "ΕΟΚΑ Β", τα οποία εξόπλιζαν με όπλα της εθνοφρουράς.
Εάν δεχθούμε πως δεν είχαν ανάμειξη οι Έλληνες αξιωματικοί της εθνοφρουράς, τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι μεταξύ των νεκρών υπήρχαν και Έλληνες αξιωματικοί, που η σορός τους μεταφέρθηκε και κηδεύθηκε στην Ελλάδα; Εάν δεχθούμε πως το πραξικόπημα δεν έγινε από Έλληνες αξιωματικούς, πώς εξηγούνται οι νυκτερινές πτήσεις των ελληνικών αεροσκαφών, που μετέφεραν στην Κύπρο προσωπικό με πολιτικά και επέστρεφαν με νεκρούς και πληγωμένους; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από την ελληνική χούντα και εκτελέστηκε από αξιωματικούς και στρατιώτες της ελληνικής δύναμης στην Κύπρο. Άλλωστε, όλος ο παγκόσμιος τύπος περιέγραψε το πραξικόπημα ακριβώς έτσι.
Το πραξικόπημα προκάλεσε μεγάλη αιματοχυσία και αφαίρεσε τη ζωή πολλών ανθρώπων. Αντιμετωπίσθηκε με την αποφασιστική αντίσταση των νομίμων δυνάμεων ασφαλείας και του ελληνοκυπριακού λαού. Μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι η αντίσταση και η αντίδραση του ελληνοκυπριακού λαού ενάντια στους συνωμότες θα συνεχισθεί, μέχρι να αποκατασταθούν η ελευθερία και τα δημοκρατικά δικαιώματα. Ο κυπριακός λαός ποτέ δεν θα υποκύψει στη δικτατορία, ακόμα κι αν, προς το παρόν, υπερισχύει η βάρβαρη βία των τεθωρακισμένων.
Μετά το πραξικόπημα, οι πράκτορες του ελληνικού καθεστώτος στην Κύπρο διόρισαν πρόεδρο έναν πασίγνωστο κακοποιό, το Νίκο Σαμψών, ο οποίος, με τη σειρά του, διόρισε υπουργούς γνωστά κακοποιά στοιχεία και οπαδούς της τρομοκρατικής οργάνωσης
"ΕΟΚΑ Β".
Μπορεί να ισχυρίζονται μερικοί ότι όσα συνέβησαν στην Κύπρο αποτελούν επανάσταση, και ότι η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε με βάση τον επαναστατικό νόμο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Δεν υπήρξε επανάσταση στην Κύπρο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερική υπόθεση. Υπήρξε εισβολή, που παραβίασε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, και θα συνεχίζεται όσο θα υπάρχουν Έλληνες αξιωματικοί στην Κύπρο. Οι συνέπειες της εισβολής αυτής θα είναι καταλυτικές για την Κύπρο, εάν δεν επανέλθουμε στη συνταγματική ομαλότητα και εάν δεν αποκατασταθούν οι δημοκρατικές ελευθερίες.
Με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης, το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας ανακοίνωσε χθες τη βαθμιαία αντικατάσταση των Ελλήνων αξιωματικών της εθνοφρουράς.
Το θέμα, όμως, δεν είναι η αντικατάστασή τους, αλλά η αποχώρησή τους. Η κίνηση αντικατάστασής τους σημαίνει παραδοχή, ότι οι Έλληνες αξιωματικοί, που υπηρετούν τώρα στην εθνοφρουρά, είναι οι ίδιοι με 'κείνους που έκαναν το πραξικόπημα. Όμως οι αξιωματικοί αυτοί δεν ενήργησαν με δική τους πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν εντολής των Αθηνών, και η αντικατάστασή τους θα γίνει πάλι με εντολή της ελληνικής κυβέρνησης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η εθνοφρουρά θα παραμείνει για πάντα όργανο του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος.
Είμαι βέβαιος, ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας αντιλαμβάνονται το τέχνασμα αυτό.
Μπορεί να λεχθεί, πως η κυπριακή κυβέρνηση ήταν αυτή που ζήτησε από τους Έλληνες αξιωματικούς να επανδρώσουν την εθνοφρουρά. Μετά λύπης μου ομολογώ, ότι ήταν λάθος μου να τους εμπιστευθώ τόσο πολύ, διότι έκαναν κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου αυτής και, αντί να βοηθήσουν στην προάσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, έγιναν οι ίδιοι εισβολείς.
Επί μακρό χρονικό διάστημα διεξήχθησαν συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με σκοπό την εξεύρεση ειρηνικής λύσης για το Κυπριακό, πράγμα που επανειλημμένως έχει απασχολήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και την ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών. Ο αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα και δύο συνταγματολόγοι από την Ελλάδα και την Τουρκία παρακολούθησαν τις συνομιλίες αυτές. Το Συμβούλιο Ασφαλείας δύο φορές το χρόνο ανανέωσε τη θητεία της ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο, εκφράζοντας κάθε φορά την ελπίδα του για τη σύντομη εξεύρεση λύσεως του προβλήματος. Δεν μπορούμε να πούμε, ότι μέχρι σήμερα σημειώθηκε ικανοποιητική πρόοδος στις συνομιλίες. Πώς μπορούσε, όμως, να υπάρξει πρόοδος, όταν η πολιτική της Αθήνας για την Κύπρο ήταν διπρόσωπη; Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει, πως οι συνομιλίες διεξήγοντο με βάση την ανεξαρτησία. Το καθεστώς των Αθηνών συμφώνησε σ' αυτό, και επανειλημμένα ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, ότι η θέση της Ελλάδας στο ζήτημα είναι σαφής.
Αν αυτό ήταν αλήθεια, γιατί τότε το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας δημιούργησε και υποστήριξε την τρομοκρατική οργάνωση "ΕΟΚΑ Β", που είχε στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και της οποίας τα μέλη αυτοαποκαλούντο "ενωτικοί";  
Στα στρατόπεδα της εθνοφρουράς, οι Έλληνες αξιωματικοί με κατηγορούσαν συνεχώς πως, ενώ η Ένωση ήταν δυνατή, εγώ υπονόμευα την πραγματοποίησή της. Έταν κάποιος τούς υπενθύμιζε πως η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της πάνω σ'αυτό το θέμα, και ότι υποστήριζε την ανεξαρτησία, η απάντησή τους ήταν ότι δεν πρέπει να δίνει κανείς σημασία στα λόγια των διπλωματικών. Υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς μπορούσαν οι συνομιλίες να φθάσουν σε θετικό αποτέλεσμα; Η διπρόσωπη πολιτική του ελληνικού καθεστώτος ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην πρόοδο των συνομιλιών.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, που επικρατούν στην Κύπρο, δεν δύναμαι να προβλέψω το μέλλον των συνομιλιών. Θα έλεγα, μάλλον, πως δεν υπάρχει μέλλον. Οποιαδήποτε συμφωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί δεν θα ήταν έγκυρη, διότι δεν υπάρχει εκλεγμένη ηγεσία για να χειρισθεί το θέμα. Το πραξικόπημα του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας αποτελεί ανάσχεση της πορείας των συνομιλιών προς μία λύση. Επίσης, θα δημιουργήσει μία μόνιμη πηγή ανωμαλίας στην Κύπρο, οι συνέπειες της οποίας θα είναι βαθύτατες και μακρόχρονες, εάν επιτραπεί η κατάσταση αυτή να συνεχισθεί έστω και για βραχύ χρονικό διάστημα.
Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.
Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.
Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.
Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.
Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο. Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό συνθήκες πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.
Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιόν σας, να σάς έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού." 

X.A


Όλη η Ομιλία Μακαρίου


στο Συμβούλιο Ασφαλείας 


Η ομιλία είναι αυτούσια στην αγγλική γλώσσα:


President Makarios:

"I would like at the outset to express my warmest thanks to the members of the Security Council for the keen interest they have shown in the critical situation created in Cyprus after the coup, which was organised by the military regime of Greece and was put into effect by the Greek officers serving in and commanding the Cyprus National Guard. I am particularly grateful that the Security Council has agreed to postpone its meeting until my arrival here to give me the opportunity of addressing it on the recent dramatic events in Cyprus.

What has been happening in Cyprus since last Monday morning is a real tragedy. The military regime of Greece has callously violated the independence of Cyprus. Without trace of respect for the democratic rights of the Cypriot people, without trace of respect for the independence and sovereignty of the Republic of Cyprus, the Greek junta has extended its dictatorship to Cyprus. It is indeed a fact that for some time now their intention was becoming obvious. The people of Cyprus had for a long time feeling that a coup by the Greek junta was brewing, and this feeling became more intense during the recent weeks when the terrorist organisation ‘EOKA B’, directed from Athens, had renewed its wave of violence.

I knew all along that the illegal organisation had its roots and supply resources in Athens. I became aware that the Greek officers staffing and commanding the National Guard were recruiting members for that organisation, and they supported it in various ways to the point of access to the munition supply stores of the National Guard. In the camps of the National Guard, the Greek officers were conducting open propaganda in favour of that illegal organisation and turned the National Guard from an organ of the state into an instrument of subversion. Whenever, from time to time, I complained to Athens about unbecoming conduct by Greek officers of the National Guard, the reply was that if I had concrete evidence in proof thereof those found guilty would be recalled. From the whole tenor of their attitude, I received the unmistakable impression that their standard response was a pretence of innocence. A few days ago documents came into the hands of the Cyprus police clearly proving that ‘EOKA B’ was an appendage of the Athens regime.

Funds were being remitted from Athens for the upkeep of this organisation and detailed directives regarding its actions were also given to it. I then found it necessary myself to address a letter to the President of the Greek regime, General Gizikis, asking him to give orders for the cessation of the violence and bloodshed by ‘EOKA B’ and for its dissolution. I also requested him to recall the Greek officers serving with the National Guard, adding that my intention was to reduce the numerical strength of this force and to turn it into an organ of the Cyprus State. I was waiting for a reply. My impression was that the Athens regime did not favour the reduction of the force, much less the withdrawal of the Greek officers.

The Greek Ambassador in Cyprus called on me, on instructions from his Government, in order to explain to me that the decrease in the numerical strength of the National Guard or the withdrawal of the Greek officers would weaken the defence of Cyprus in case of danger from Turkey. This was an argument which, even though it appeared logical, was not convincing because I knew that behind this argument other interests were hidden. I replied that as things developed I consider the danger from Turkey of a lesser degree than the danger from them. And it was proved that my fears were justified.

On Saturday, 13 July, a conference under the presidency of General Gizikis was held in Athens, which lasted for many hours. It was attended by the Greek Chief of Staff of the armed forces, the Ambassador of Greece to Cyprus, the commander of the National Guard with the purpose of discussing the content of my letter. As was stated in a relevant communiqué’ issued at the end of this conference, it was to be reconvened on Monday, 15 July. The reference in the communiqué’ to a second conference was deceiving. For a while on Monday I was waiting for a reply to my letter, the reply came, and it was the coup.
On that day, I returned from my summerhouse on the Troodos Mountains, where I had spent the weekend, and by 8 a.m. I was at my office at the Presidential Palace. Half an hour later I was welcoming in the reception room a group of boys and girls, members of the Greek Orthodox Youth from Cairo who came to Cyprus as my guests for a five days. Hardly had I greeted them when the first shots were heard. Within seconds the shots became more frequent and a member of the Presidential Guard informed me that armoured cars and tanks had passed the fence and were already in the yard of the Presidential Palace, which was shaking from mortar shells. The situation soon became critical I tried to call the Cyprus radio station for the purpose of issuing a special broadcast announcing that the Presidential Palace was under attack, but I realised that the lines were cut off. Heavy shelling was ever increasing. How my life was saved seemed like a providential miracle. When I eventually found myself in the area of Paphos, I addressed the people of Cyprus from a local radio station informing them that I am alive and that will struggle with them against the dictatorship, which the Greek regime is trying to impose.

I do not intend to occupy the time of the members of the Security Council with my personal adventure. I simply wish to add that during the second day of the armed attack the armoured cars and tanks were moving towards Paphos, while at the same time a small warship of the National Guard began shelling the Bishophric of Paphos where I was staying. Under the circumstances, I found it advisable to leave Cyprus rather than fall into the hands of the Greek junta.

I am grateful to the British Government, which made available a helicopter to pick me up from Paphos, transfer me to the British bases, and from there by plane to Malta and London. I am also grateful to the Special Representative of the Secretary-General and to the Commander of the Peace-Keeping Force in Cyprus for the interest, which they had shown for my safety. My presence in this room of the Security Council was made possible thanks to the help given to me by the British Government and the representatives of the Secretary-General, Dr. Waldheim, whose keen concern for me and for the critical situation which developed in Cyprus moves every fibre of my heart.

I do not know as yet all the details of the Cyprus crisis caused by the Greek military regime. I am afraid that the number of casualties is large and that the material destruction is heavy. What is, however, our primary concern at present is the ending of the tragedy.

When I reached London, I was informed of the content of the speech of the representative of the Greek junta to the United Nations. I was surprised at the way they are trying to deceive world public opinion. Without a blush, the Greek junta is making efforts to simplify the situation, claiming that it is not involved in the armed attack and that the developments of the last few days are an internal matter of the Greek Cypriots.

I do not believe that there are people who accept the allegations of the Greek military regime. The coup did not come about under such circumstances as to be considered an internal matter of the Greek Cypriots. It is clearly an invasion from outside, in flagrant violation of the independence and sovereignty of the Republic of Cyprus. The so-called coup was the work of the Greek officers staffing and commanding the National Guard. I must also underline the fact that the Greek contingent, composed of 950 officers and men stationed in Cyprus by virtue of the Treaty of Alliance, played a predominant role in this aggressive affair against Cyprus. The capture of the airport outside the capital was carried out by officers and men of the Greek contingent campaign near the airport.

It is enough to state on this point that certain photographs appearing in the world press show armoured vehicles and tanks belonging to the Greek contingent in Cyprus. On the other hand, the Greek officers serving with the National Guard were directing the operations. In these operations, they recruited many members of the terrorist organisation ‘EOKA B’, whom they armed with weapons of the National Guard.

If the Greek officers serving in the National Guard were not involved, how does one explain the fact that among the casualties in battle were Greek officers whose remains were transported to Greece and buried there? If Greek officers did not carry out the coup, how does one explain the fact of night flights of Greek aircraft transporting to Cyprus personnel in civilian clothes and taking back to Greece dead and wounded men? There is no doubt that the coup was organised by the Greek junta and was carried out by the Greek officers commanding the National Guard and by the officers and men of the Greek contingent stationed in Cyprus – and it was reported as such by the press around the globe.

The coup caused much bloodshed and took a great toll of human lives. It was faced with the determined resistance of the legal security forces and the resistance of the Greek people of Cyprus. I can say with certainty that the resistance and the reaction of the Greek Cypriot people against the conspirators will not end until there is a restoration of their freedom and democratic rights. The Cypriot people will never bow to dictatorship, even though for the moment the brutal force of the armoured cars and tanks may have prevailed.

After the coup, the agents of the Greek regime in Cyprus appointed a well-known gun-man, Nicos Samson as President, who in turn appointed as ministers known elements and supporters of the terrorist organisation ‘EOKA B’.

It may be alleged that what took place in Cyprus is a revolution and that a Government was established based on revolutionary law. This is not the case. No revolution took place in Cyprus, which could be considered as an internal matter. It was an invasion, which violated the independence and the sovereignty of the Republic. And the invasion is continuing so long as there are Greek officers in Cyprus. The results of this invasion will be catalytic for Cyprus if there is no return to constitutional normality and if democratic freedoms are not restored.

For the purpose of misleading world public opinion, the military regime of Greece announced yesterday the gradual replacement of the Greek officers of the National Guard. But the issue is not their replacement; the issue is their withdrawal. The gesture of replacement has the meaning of admission that the Greek officers now serving in the National Guard were those who carried out the coup. Those officers, however, did not act on their own initiative but upon instructions from Athens, and their replacements will also follow instructions from the Athens regime. Thus the National Guard will always remain an instrument of the Greek military regime, and I am certain that the members of the Security Council understand this ploy.

It may be said that it was the Cyprus Government, which invited the Greek officers to staff the National Guard. I regret to say that it was a mistake on my part to bestow upon them so much trust and confidence. They abused that trust and confidence and, instead of helping in the defence of the Island’s independence, sovereignty and territorial integrity, they themselves became the aggressors.

I am obliged to say that the policy of the military regime in Greece towards Cyprus, and particularly towards the Greek Cypriots, has been insincere. I wish to stress that it was a policy of duplicity.

For some time talks were going on between the Greek and Turkish Cypriots in search of a peaceful solution to the Cyprus problem, which on many occasions has occupied the time of the Security Council and the General Assembly of the United Nations. The representative of the Secretary General and two constitutional experts from Greece and Turkey have been attending the talks. The Security Council has repeatedly renewed, twice yearly, the mandate of the peace-keeping force in Cyprus, expressing every time hope for a speedy solution of the problem.

It cannot be said that up to now the progress of the talks has been satisfactory. But how could there be any progress in the talks while the policy on Cyprus of the regime in Athens has been double-faced? It was agreed by all the parties concerned that the talks were taking place on the basis of independence. The regime of Athens also agreed to that, and time and again the Greek Ministry of Foreign Affairs declared that the position of Greece on this issue was clear. If that were the case, why had the military regime of Greece created and supported the terrorist organisation ‘EOKA B’, whose purpose was stated to be the union of Cyprus with Greece and whose members called themselves ‘unionists’?

Inside the camps of the National Guard, the Greek officers continually charged that while Enosis was feasible its realisation was undermined by me. When reminded that Greece had made its position clear on this and that it supported independence, their reply was that no attention should be given to the words of diplomats. Under such circumstances how was it possible for the talks to arrive at a positive result? The double-faced policy of the Greek regime was one of the main obstacles to the progress of the talks.

In the circumstances that have now been created in Cyprus, I cannot foresee the prospects of the talks. I would rather say that there are no prospects at all. An agreement that may be reached by the talks would be devoid of any value because there is no elected leadership to deal with the matter. The coup d’etat of the military regime of Greece constitutes an arrest of the progress of the talks towards a solution.

Moreover, it will be a continuous source of anomaly in Cyprus, the repercussions of which will be very grave and far reaching, if this situation is permitted to continue even for a short time.

I appeal to the members of the Security Council to do their utmost to put an end to this anomalous situation, which was created by the coup of Athens. I call upon the Security Council to use all ways and means at its disposal so that the constitutional order in Cyprus and the democratic rights of the people of Cyprus can be reinstated without delay.
As I have already stated, the events in Cyprus do not constitute an internal matter of the Greeks of Cyprus. The Turks of Cyprus are also affected. The coup of the Greek junta is an invasion, and from its consequences the whole people of Cyprus suffers, both Greeks and Turks. The United Nations has a peace-keeping force stationed in Cyprus. It is not possible for the role of that peace-keeping force to be effective under conditions of a military coup. The Security Council should call upon the military regime of Greece to withdraw from Cyprus the Greek officers serving in the National Guard, and to put an end to its invasion of Cyprus.

I think that, with what I have placed before you, I have given a picture of the situation. I have no doubt that an appropriate decision of the Security Council will put an end to the invasion and restore the violated independence of Cyprus and the democratic rights of the Cypriot people". 

Δήλωση του Στρατηγού Εβρέν και πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίαςσε τουρκική καθημερινή εφημερίδα «Σημερινή» 12 Φεβρουαρίου 1990. 

Αναφέρομαι στο άρθρο του αγαπητού Σάββα Ιακωβίδη στην κυριακάτικη «Σημερινή» 18 Ιουλίου 2010, με τίτλο «Η χούντα, ο Μακάριος και μια ομιλία του, που πολλοί... ξέχασαν» και θα ήθελα να προσθέσω τα ακόλουθα τα οποία προηγήθηκαν της ομιλίας εκείνης. Ο Μακάριος είχε ενημερώσει τη βρετανική κυβέρνηση για το τι θα έλεγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, πράγμα που βοήθησε την τελευταία να ανάψει το πράσινο φως στον Ετζεβίτ να εισβάλει. Αυτά είναι ιστορικά γεγονότα αδιαμφισβήτητα, τραγικά και αποτρόπαια, ταπεινωτικά για ανθρώπους που σχεδόν θεοποίησε μερίδα του λαού και συνεχίζει να δέχεται με παρωπίδες για να τηρούν άλλοθι όλοι εκείνοι που παραχωρούν δίκαια και πατρίδα. (Τα πιο κάτω ήδη δημοσιεύθηκαν αμά τη αποδεσμεύσει τους από τη γράφουσα στη «Σημερινή»).

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΟΥΣΚΟ ΠΟΥ ΕΒΑΖΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ
 ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ...





ΚΥΠΡΟΣ 1974... ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ

ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΚΡΥΦΑ

ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΟ 

ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΕΤΖΕΒΙΤ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ...!!!



Αφού γλίτωσε από την Εθνοφρουρά και την ΕΟΚΑ Β' που τον κυνηγάγανε και μετά την διάσωση του από την εισβολή στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Μακάριος που έχει εγκαταλείψει την Κύπρο συναντιέται μυστικά στο Λονδίνο με τον κεντροαριστερό τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ...  
Αμέσως μετά θα αναχωρήσει για την Νέα Υόρκη, απ' όπου μιλώντας από το βήμα του ΟΗΕ προσκάλεσε τους τούρκους να επέμβουν στην Κύπρο...ως μια απο τις 2 εναπομείναντες εγγυήτριες δυνάμεις (τουρκία-βρετανία) οι οποίοι  δέν έχασαν την ευκαιρία.

 




ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ: 
Ο Μακάριος δεν επιθυμούσε την Ένωσιν

Η ιστορική συνέντευξη-ντοκουμέντο, του κορυφαίου κινηματία πρωταγωνιστή Αξιωματικού της 21ης Απριλίου, 1967, του Ταξίαρχου τότε Στυλιανού Παττακού, ο οποίος μιλά για όλα όσα συνέβησαν εκείνη την εποχή, χωρίς φόβο και με θάρρος στον ιστορικό ερευνητή, Νίκο Γ. Θεοδώρου. ΕΔΩ: